Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Μοριακός φασισμός «νέου τύπου» ή «ποιος ασχολείται με τους πάνκηδες»;

Μοριακός φασισμός «νέου τύπου» ή «ποιος ασχολείται με τους πάνκηδες»;

του Άρη Τσιούμα

Υπάρχει μια σκηνή στο γνωστό έργο «Η Λίστα του Σίντλερ», η οποία είναι μάλλον η πιο σημαντική από την άποψη του πόσα συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε για τον ναζισμό. Σε αυτή λοιπόν τη σκηνή, που εκτυλίσσεται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, οι ναζί θέλουν να χτίσουν ένα καινούργιο κτήριο. Το σχέδιο που είχε εκπονηθεί όμως από τους ναζί είχε αστοχίες, οπότε επιστρατεύεται μια Εβραία κρατούμενη με διεθνείς σπουδές στην αρχιτεκτονική ώστε να συμβουλεύσει τους βασανιστές της πώς να φτιάξουν σωστά το σχέδιο. Αφού λοιπόν εξηγεί το λάθος και δίνει τη λύση, ο αξιωματικός των Ες-Ες βγάζει το πιστόλι του και την πυροβολεί. Έπειτα δίνει εντολή να γίνουν τα σχέδια ακριβώς όπως τα όρισε η νεκρή πλέον αρχιτεκτόνισσα. Η ωμότητα σε αυτήν τη (συμβολική μιας και μιλάμε για κινηματογραφική αναπαράσταση) πράξη δεν είναι το πλέον σημαντικό. Ο καθορισμός της αιτίας είναι: Γιατί; Γιατί να εκτελεστεί έτσι, εκείνη τη στιγμή, αφού θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη, και άλλοι τέτοιου είδους προβληματισμοί έχουν και βάση και ουσία. Το να μην ανεχτεί ο ναζί αξιωματικός μια -έστω και σωστή- υπόδειξη από μια Εβραία, είναι μια ελλιπής εξήγηση. Η προσέγγιση που διαφαίνεται όμως έχει να κάνει με το πραγματικό μίσος. Μια αστή νεαρή γυναίκα, Εβραία, κοσμοπολίτισσα, σπουδαγμένη και σε κανονικές συνθήκες πετυχημένη, δεν είναι ανεχτή, δεν μπορεί να είναι σε ένα σύστημα που οφείλει να εξοντώσει αυτό που είναι διαφορετικό, αυτό που μισεί. Κι αυτό ήταν όλο το κέρδος του αξιωματικού, η ηδονή από τον κατευνασμό του πραγματικού μίσους. 

Στις 15 Αυγούστου του 2013, ο Θανάσης Καναούτης, ένα παιδί στα 18 σκοτώνεται κατά τη συμπλοκή με ελεγκτή του τρόλεϋ στο Περιστέρι, μετά από έλεγχο κατά τον οποίο βρέθηκε δίχως εισιτήριο. Το πόρισμα δεν απάντησε ποτέ στις συνθήκες θανάτου, οι καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων δεν χρησιμοποιήθηκαν, ποτέ κανένας δεν δικάστηκε για τον θάνατο αυτού του παιδιού, που το «έγκλημα» του ήταν ότι δεν χτύπησε ένα εισιτήριο αξίας 1,00 ευρώ, προσπαθώντας πιθανότητα να γλυτώσει έστω κι αυτό το ελάχιστο ποσό από τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Γιατί σκοτώθηκε ο Θανάσης Καναούτης; Γιατί ήταν τζαμπατζής, όπως μας ενημέρωσαν τα κοράκια του φιλελευθερισμού, σκυλεύοντας το πτώμα του παιδιού; Επειδή η χώρα έχει νόμους και η τάξη δεν πρέπει να διασαλεύεται από κανέναν, όπως μας ενημέρωσαν τα κανάλια, οι δικαστές και οι εισαγγελείς, νομιμοποιώντας το θάνατο; Μήπως ήταν «γραφτό του», όπως είπανε όσοι φουκαράδες δεν θέλουν να δουν και να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, την δολοφονική της ουσία, την αποκτήνωση; Μήπως ο ελεγκτής που «ξεπέρασε τον εαυτό του» στο να διαφυλάξει τα συμφέροντα της εταιρείας ικανοποίησε απλά το συσσωρευμένο μίσος του ενάντια σε έναν «παραβάτη»; 

Χθες το βράδυ μερικές δεκάδες πιτσιρικάδες μαζεύτηκαν για να πάρουν το βραδινό τρένο από την Αθήνα με προορισμό το φεστιβάλ «ελευθερίας» στη Βέροια. Κάποιοι από αυτούς δεν είχαν εισιτήρια. Οι κύριοι της πρώτης θέσης, δυσανασχέτησαν, κάποιος είπε «υπάρχουν νόμοι», άλλος ότι «πρέπει να τηρείται η τάξη», κάποιος στο βάθος φώναξε αγανακτισμένα «εμείς μαλάκες είμαστε που πληρώσαμε, κωλόπαιδα», ήταν ένας συμβολαιογράφος που είχε μια επείγουσα δουλειά το πρωΐ της Παρασκευής στη Θεσσαλονίκη, ένας γιατρός που επιτέλους είχε καταφέρει να κλείσει μια σουίτα σε ένα φιλόξενο ξενοδοχείο στη Χαλκιδική και είχε κάνει πρωινή κράτηση και ένας στρατιωτικός που είχε προορισμό την Αλεξανδρούπολη. Έγινε σαματάς και μεγάλη φασαρία, οι υπάλληλοι της ΤΡΕΝΟΣΕ, που προς Θεού δεν θέλουν να χάσουν την δουλειά τους σε τέτοιους καιρούς κάλεσαν την αστυνομία. Τους έστειλαν τα ΜΑΤ και την ομάδα ΔΕΛΤΑ. Ακολούθησαν τα γνωστά, κυνήγι κατά «δικαίων και αδίκων», ξύλο, συλλήψεις. 

Πριν λίγες ώρες σε αρκετά σπίτια κυρίως των υποβαθμισμένων περιοχών της Αθήνας, γινόταν μια άλλου είδους διαπραγμάτευση. Έφηβοι, κάπως απροσάρμοστοι και αντιδραστικοί που σκέφτονται αλλιώς, ή για να το πούμε ευθέως: σκέφτονται, που δεν αρέσκονται σε Παντελίδηδες και Ρέμους, κάνανε σκληρή διαπραγμάτευση με τους γονείς τους. Οι γονείς του Ορφέα είναι συντηρητικοί δεν θέλουν να πάει πουθενά, πόσο μάλλον σε ένα φεστιβάλ που θα είναι κι άλλοι πιτσιρικάδες που ακούν αυτή την καταραμένη μουσική που τους ξεκουφαίνει. Πήγε να κάνει συζήτηση μια-δυο φορές αλλά δεν θα βγάλει άκρη. Πώς να ζητήσει φράγκα; Δεν θα πει τίποτε. Θα καβατζώσει όλη τη βδομάδα τα τάληρα που του δίνουν, δεν θα βγει καθόλου, θα βρει μια δικαιολογία για το που θα κοιμηθεί 2 μέρες και θα πάει. Θα χωθεί σε μια σκηνή κάποιων που θα γνωρίσει μόλις βγει η πρώτη μπάντα και αρχίσουν να χοροπηδάνε μαζί. Τέλος. Αν υπήρχε τρόπος να γλυτώσει το εισιτήριο του τρένου… αυτό το καταραμένο εισιτήριο του χαλούσε τα σχέδια. 

Οι γονείς του Χάρη είναι ανεκτικοί και προοδευτικοί, αλλά τα φέρνουν δύσκολα βόλτα. 
«Ναι, γιατί όχι να πας αφού σου αρέσει θα είναι και οι φίλοι σου. Πόσο θα βγει όμως η ιστορία; Κανένα 50άρι τα εισιτήρια και κάτι να φας, κάτι να πιείς 2-3 μέρες δεν θέλεις ένα κατοστάρικο»; «Ε, ναι», θα πετάξει ζορισμένα ο Χάρης που ξέρει την κατάσταση, όμως θέλει πολύ να πάει. Έχει γαμώ τα γκρούπ φέτος, άλλωστε δεν θα πάει πουθενά-πουθενά όλο το καλοκαίρι, μόνο 3 μέρες, με μουσική που γουστάρει, κοπέλες με ίδια γούστα και ντύσιμο, αστεία με φίλους, νέες παρέες. «Ας πούμε 100ευρώ» συμπλήρωσε την απάντηση. «Αγόρι μου» είπε ο πατέρας του «ξέρεις ότι δεν βρίσκονται τώρα 100 ευρώ, με την όλη κατάσταση, έχουμε μείνει πίσω και με τους λογαριασμούς, δεν γίνεται. Εγώ θέλω να πας» συμπλήρωσε η μάνα του, «αλλά…να, ίσως καλύτερα του χρόνου. Τα πράγματα του χρόνου θα είναι σίγουρα καλύτερα», είπε χωρίς και η ίδια να το πολυπιστεύει. Ο μικρός το στριφογύρισε στο κεφάλι του, «ξέρετε τι; Έχετε ένα 20άρικο; Μου χρωστάει κάτι λεφτά ο Παναγιώτης και μπορώ να δανειστώ αν δεν φτάσουν, θα τα καταφέρω». Οι δικοί του σήκωσαν κάπως τους ώμους, του έδωσαν ένα 20άρικο. Ο μικρός το άρπαξε και πήγε να πάρει το sleeping bag πριν αρχίσουν οι ερωτήσεις. Αν δεν πλήρωνε τα κωλοεισιτήρια του τρένου, αν έτρωγε από ένα σουβλάκι τη μέρα και 2-3 μπύρες έβγαινε η φάση με ένα 20άρικο…

Ο Γιώργος είναι από καλή οικογένεια, οι δικοί του δεν δίνουν πολλή σημασία, έχουν όμως φράγκα. Το ψήνει να πάει στο φεστιβάλ, ζήτησε κάτι φράγκα του τα δώσανε, πέταξε ένα «θα λείψω 3 μέρες» και βάρεσε την πόρτα πίσω του, ενώ φορούσε τα ακουστικά στα αυτιά του. Είχε ραντεβού με τα παιδιά που είχαν κολλήσει από την τελευταία συναυλία. Είναι όλα από άλλες περιοχές αλλά αυτό το έχουν κανονισμένο από βδομάδες. Με τα παιδιά από το ιδιωτικό δεν μιλάει, είναι όλοι αρχι-μαλάκες που τους αρέσει να επιδεικνύονται, να μιλάνε για το πώς θα βγάλουν κι άλλα φράγκα και να μιλάνε σαν τους μαλάκες τους γονείς του. Ακόμη χειρότερα θέλουν να γίνουν σαν τους μαλάκες τους γονείς του. Να πάνε να γαμηθούν όλοι τους. Αυτός έχει βγάλει και εισιτήριο από το web εδώ και μέρες «α λε ρε τουρ» για το τρένο, οι άλλοι γενικά ζορίζονται όμως όλοι θα είναι στο σταθμό από τις έντεκα…

Το χάραμα τους βρήκε και τους 3 στη ΓΑΔΑ. Τον Γιώργο ήρθε και τον πήρε ο δικηγόρος του πατέρα του. Δεν γούσταρε να πάει μόνος του χωρίς τους άλλους, μετά το πέσιμο των μπάτσων κατέβηκε, δεν τους είπε καν ότι έχει εισιτήριο, τι σημασία είχε. Πέταξε μια βρισιά στον αρχιματατζή που έσκισε την μπλούζα του φίλου του, τον μπουζούριασαν. Τον Χάρη που είχε χτυπήσει λίγο στην τρεχάλα και άρπαξε 1-2 γκλομπιές, ήρθε να τον πάρει ο πατέρας του, ανήσυχος αλλά προστατευτικός, έκανε φασαρία μάλιστα στους μπάτσους, ότι δεν είναι συμπεριφορά αυτή, κι ότι ας κόβαν πρόστιμο αν δεν είχε εισιτήριο. Ο Ορφέας σκεφτόταν ακόμη να πάρει ή όχι τους δικούς του τηλέφωνο, οι μπάτσοι του είπαν ότι μπορεί να πάρει ένα. Θα ανησυχούσαν, θα τα βάζανε μαζί του, τι να εξηγήσει; Τα χρήματα για το δικαστήριο; Μπλέξιμο, καυγάδες, κλάματα, μιζέρια…



Το επόμενο πρωί οι νεοναζί το είπαν καθαρά, «και λίγες φάγανε τα κωλόπαιδα, κάτσε να αναλάβουμε εμείς και τα λέμε, ξύρισμα με την ψιλή και στη νεολαία του κόμματος, θα κοπούν αυτές οι μαλακίες που τα χαϊδεύουνε». Η δεξιά το είπε καθαρά «υπάρχουν νόμοι και τάξη στη χώρα, δεν μπορεί ο κάθε παραβάτης να ορίζει το δίκαιο του, παρά το συμφέρον του συμπολίτη του, πρέπει να τηρηθούν οι κανόνες και όλοι είναι ίσοι απέναντι στους κανόνες». Οι νεοφιλελεύθεροι το είπαν καθαρά «δεν μπορεί ο κάθε τζαμπατζής να μπουκάρει σε ένα τρένο και να σταματάει τα δρομολόγια, να ενοχλεί τους επιβάτες που πηγαίνουν στις δουλειές τους, όλοι πρέπει να πληρώσουν το κόμιστρο». Η αριστερή κυβέρνηση το έδειξε έμπρακτα στέλνοντας τα ΜΑΤ, και την ΔΕΛΤΑ να τους λιανίσουνε, να επιβάλλουν την τάξη, να πληρώσουν όλοι, εν είναι καιρός για «αρνήσεις πληρωμών» τώρα. Άλλωστε ο υπουργός δεν δήλωσε πριν 2-3 μέρες ότι δεν δικαιούνται να του κάνουν τα 18χρονα κριτική; Τα τσογλάνια τώρα θα έβλεπαν τι εστί βερίκοκο…κοτζάμ καθηγητή να του χαλάνε τη δημόσια εικόνα, με τέτοια ιστορία πίσω του…δεν γνωρίζουν, όμως θα μάθουν με το καλό ή με το κακό. 

Το ΚΚΕ σκεφτόταν ανοιχτόφωνα, ότι σίγουρα αν αυτό ήλεγχε την κατάσταση, αυτοί οι δυσπροσάρμοστοι, που ακούν μουσική που δεν εγκρίνεται από το κόμμα, και τρέχουν σε ύποπτα φεστιβάλ, φορώντας παρδαλά ρούχα θα κατέληγαν μάλλον στο τρελοκομείο. 

Ακόμη-ακόμη κάποιοι στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά, χασμουρήθηκαν, έπειτα είπαν «εδώ έχουμε σοβαρά θέματα με τους παρτάκηδες θα ασχολούμαστε; Άλλωστε δεν διαμαρτύρονταν για κάτι, απλά θέλανε να ακούσουν μουσική. Είναι τζαμπατζήδες, γιατί δεν οργανώνονται όπως εμείς να διεκδικήσουν την αλλαγή στο κόστος μεταφοράς ή ακόμα, το τόσο ριζοσπαστικό, να γίνουν δωρεάν οι μεταφορές. Η οργάνωση στην γκρούπα της άκρας αριστεράς μπορεί να δείξει το δρόμο. Τώρα όμως δεν έχουμε τίποτα να πούμε, για μερικούς που κοιτάν απλά να καβατζωθούν σε φεστιβαλάρες. Εντάξει χοντρό να πάνε τα ΜΑΤ αλλά κι άλλοι είναι ότι να 'ναι».

Μείναν λοιπόν μόνοι οι παλιοί γνωστοί μας, οι αναρχικοί. Που πάντα βάζουν μπροστά το κοινωνικό και όχι το πολιτικό. Που ξέρουν τι συμβαίνει και με τις δέσμες των προαπαιτούμενων που ψηφίζει η κυβέρνηση, αλλά ακριβώς το ίδιο σημαντικό με τη φτωχοποίηση του κόσμου θεωρούν και την ματαίωση μιας νεανικής προσδοκίας, μιας βούλησης μιας θέλησης, μιας επιθυμίας. Γιατί μέσα σε αυτόν τον ταξικό και άδικο κόσμο εκεί που η αυταρχικότητα, το κράτος, οι μπάτσοι, οι επιβάτες της πρώτης θέσης αρνούνται την επιθυμία των όποιων πιτσιρικάδων, πατώντας τους ακόμη πιο πολύ το κεφάλι, εκεί γεννιούνται οι δημιουργικές αρνήσεις της εξέγερσης, της αμφισβήτησης, του πεισμώματος. 

Πριν μερικές μέρες στην Τουρκία πάνω από 30 νέοι άνθρωποι σκοτώθηκαν από την επίθεση φασιστών. Ήταν νέοι πολύ, ήταν όμως οργανωμένοι και συνειδητοποιημένοι. Πηγαίνανε να συμμετέχουν στην ανοικοδόμηση ουσιαστικά μιας εμπόλεμης ζώνης. Πέσαν ως ήρωες, δυστυχώς. Ήρωες που δεν χρειαζόμαστε γιατί θα προτιμούσαμε να είναι ζωντανοί χίλιες φορές. Τους σκότωσαν γιατί κάποιοι παρανοϊκοί θέλουν να ελέγχουν μια περιοχή με μπόλικο πετρέλαιο και θα το επιχειρήσουν με όποιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές. 

Ο Θανάσης Καναούτης γιατί πέθανε; Οι πιτσιρικάδες γιατί πετάχτηκαν κλωτσηδόν από το τρένο, κυνηγήθηκαν και συνελήφθησαν; Δεν αντέχει το κράτος να τσαλαπατούνται οι νόμοι του; Δεν αντέχουν οι εταιρείες να χάσουν 10 πενταροδεκάρες; Αν αυτές είναι οι απαντήσεις, τότε γιατί κανείς δεν βρέθηκε πλάι τους; Γιατί δεν φώναξε κάποιος ότι αυτό εδώ είναι μια τρέλα; Η απάντηση θα κρύβεται πάντα πίσω από το ταξικό προκάλυμμα, τόσο πραγματικό και τόσο βίαιο, αλήθεια. Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο αδυσώπητο, το μίσος. Όσο θα υπάρχουν οι νεοφιλελεύθερες αριστερο-δεξιές κυβερνήσεις το μίσος των κυρίαρχων, είτε είναι ο αστυνομικός διευθυντής, είτε είναι ο ταξιδιώτης της πρώτης θέσης, το μίσος αυτό θα εκφράζεται κυρίως με ξύλο και κανέναν θάνατο που θα μοιάζει με ατύχημα, σαν "ντόπιοι πνιγμοί μεταναστών". Όσο όμως αυτές οι κυβερνήσεις κι αυτές οι λογικές θα προετοιμάζουν τον απροσχημάτιστο φασισμό του αύριο, το άσβεστο μίσος θα εκφράζεται με μαζικές δολοφονίες, χωρίς προφανή λόγο, μόνο για την ηδονή της ικανοποίησης του, όπως στην ταινία του Σπήλμπεργκ, όπως στη Γερμανία το 40, όπως στη Συρία και την Τουρκία σήμερα…να γιατί πρέπει να ασχοληθούμε με τους «πάνκηδες». Να γιατί πρέπει να υπερασπιστούμε τους «πάνκηδες».

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

"...Μνήμη είναι η πράξη που εκκρεμεί" | Σημείωμα της Έκδοσης στο "Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου" του Ν. Σούζα

«Αν η Ιστορία είναι -όπως λένε- μνήμη,…
μνήμη είναι η πράξη που εκκρεμεί»

   Ποτέ άλλοτε ένα κίνημα δεν έχει μιλήσει τόσο λίγο για τον εαυτό του. Κι αν στην παρούσα έκδοση το κίνημα αυτό τιτλοφορείται ανταγωνιστικό, επιδιώκοντας να αποδώσει τη διευρυμένη θεματολογία μιας κοινωνικής δυναμικής που δεν εξαντλείται σε ό,τι έμεινε γνωστό ως ταξική πάλη, ο αναγνώστης μπορεί να είναι σίγουρος ότι στις τετρακόσιες περίπου σελίδες που ακολουθούν καταγράφεται μια σημαντική όψη του μεταπολιτευτικού αντιεξουσιαστικού και αναρχικού ρεύματος.

   Δίχως να έχει ακριβή συναίσθηση του εαυτού του στην αρχή, μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς των τρελών καιρών, η μόνη ιστορία που θέλησε να γράψει ήταν αυτή του ζώντος. Ο ιστορικός ορίζοντας αυτού του ρεύματος που για μόνα υλικά είχε τους ανθρώπους του και την ιδιαίτερη (αντί)κουλτούρα τους ανέτειλε κάθε σούρουπο και έδυε αργά το ξημέρωμα, τις ίδιες ώρες που οι πλατείες στα Εξάρχεια και στον Ντορέ έσφυζαν από ζωή. Στον καταιγισμό μιας καθημερινότητας έμπλεης συναισθηματικών εντάσεων οι ομφαλοσκοπικές καταγραφές θεωρούνταν -και ήταν- χάσιμο χρόνου· πολύτιμου χρόνου που έπρεπε να χαριστεί δίχως αντάλλαγμα στην υπόθεση της αναδιαμόρφωσης των ανθρώπινων σχέσεων ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την αλλαγή των γειτονιών του κόσμου.

     Με τούτον τον προορισμό στο μυαλό, δίχως καβάτζα καμιά, ξεχύθηκε αυτό το απίθανο σινάφι να ανακαλύψει τις συντεταγμένες της ουτοπίας σ’ έναν κόσμο που διαρκώς μεταμορφώνεται. Από τις μάχες επιβίωσης με τον κοινωνικό συντηρητισμό της παραδοσιακής αριστεράς, στη διπλή άρνηση του κράτους: άρνηση αφομοίωσης όταν το Κράτος έκανε τις καλύτερες προσφορές του, άρνηση υποταγής στην καταστολή όταν το Κράτος έδειχνε το ωμό, αποτρόπαιο, πρόσωπό του. Από εκεί, στην αντίσταση μέσα στον ιδιότυπο πόλεμο που καταδίκαζε είτε στο λευκό θάνατο της ηρωίνης είτε στα λευκά κελιά των φρενοκομείων. Βασανισμοί στα κρατητήρια και τις φυλακές, δολοφονίες από εκπυρσοκροτήσεις μπάτσων που σκοτώνουν πισώπλατα δεκαπεντάχρονους…λίγοι γνωστοί άγιοι θα πεθάνουν δημόσια, οι πολλοί θα χαθούν στην ανωνυμία δίχως να εκδώσουν ποτέ το δικό τους Πιστοποιητικό Θανάτου.

   Κι όμως! Σταμάτα να μιλάς για θάνατο, μωρό μου· όλες οι κραυγές, οι ήχοι της ανασφάλειας που συνέχισαν να διαταράσσουν την κοινωνική ειρήνη, να διασαλεύουν την κοινή γαλήνη και ηρεμία, δεν αρθρώθηκαν ούτε ως νεκρόφιλα καλλιτεχνήματα ούτε ως επαινετικοί θούριοι σε θυσιαστικούς θανάτους· προοιώνισαν ένα μεθυστικό πανηγύρι, στο οποίο μόνη προϋπόθεση συμμετοχής ήταν η ευτυχία να εκφραστεί ως το μόνο όπλο για την συνολική εκδίκηση της ανθρωπότητας.

   Έπειτα οι πρώτες δεκαετίες παρήλθαν. Το κίνημα άντεξε στο πρώτο, το μεγάλο κύμα. Έκρηξη δημιουργικότητας: εδαφικοποίηση, καταλήψεις σπιτιών, σχολείων, πανεπιστημίων, ανάπτυξη δικτύων αλληλεγγύης, πολιτικών συλλογικοτήτων, αυτοδιαχειριζόμενη ραδιοφωνία, ανεξάρτητη μουσική σκηνή, πολυθεματικά φεστιβάλ, θεατρικές και καλλιτεχνικές ομάδες, εκδοτικοί οίκοι, βιβλία, fanzines, περιοδικά, εφημερίδες, μπροσούρες, αφίσες, πολλές αφίσες… Από την Αθήνα, τα Εξάρχεια και από τον Ντορέ στην επαρχία, στέκια φυτρώνουν σε όλη την επικράτεια.

   Μαζί με την ανάπτυξη των αντιεξουσιαστικών ιδεών έρχονται και τα πρώτα αδιέξοδα των εσωτερικών συγκρούσεων. Τα τραύματα ενός χώρου που αντιμετώπισε την κοινωνική απομόνωση έρχονται στην επιφάνεια, μέσω διαφορών που «ανδρώθηκαν» σε διαφωνίες και ρήξεις, ως ενδογενείς εντροπίες αμέτρητων αντιφάσεων, όπου το προσωπικό είναι πολιτικό, με φόντο έναν κόσμο αποτρόπαιων αφαιρέσεων. Κι όμως· όπως υπενθύμιζε μια αφίσα που τυπώθηκε ακριβώς την περίοδο που μπαίνει ως καταληκτικό χρονικό όριο της εργασίας πάνω στην οποία συγκροτήθηκε ο παρών τόμος, η γη γυρίζει. Οι ιδέες του κινήματος ήταν/είναι ήδη παντού. Ούτε ο δυνητικά κακός εαυτός του δεν θα μπορούσε να τους ανακόψει τον δρόμο προς το κοινωνικό ξέφωτο.

   Οι ιστορικοί συνηθίζουν να ασχολούνται με κάποιο ζήτημα εφόσον έχουν περάσει τουλάχιστον σαράντα χρόνια από την τέλεσή του: σ’ αυτή την συνθήκη, η τέλεση παίρνει την έννοια του θανάτου ως υποθετικού εχέγγυου αντικειμενικότητας.

   Οι τρελοί κι ευτυχισμένοι όμως του ‘80 ποτέ δεν νοιάστηκαν για τις υποτιθέμενες ιστοριογραφικές ευαισθησίες. Άλλωστε ο χρόνος των κοινωνικών κινημάτων δεν μετράει στο ίδιο ρολόι με αυτόν της κανονικότητας. Έπειτα, από τη δεκαετία του ‘90 και μετά, το χάσμα που θα δημιουργηθεί ανάμεσα σε διαφορετικές οπτικές πάνω στα συμβάντα γεννά μια επιφυλακτικότητα που αναρωτιέται: μπορεί να γραφτεί μια ιστορία του κινήματος; Ή θα πρέπει να μιλάμε για ιστορίες διαχωρίζοντας τις επιμέρους ερμηνείες στις κατατμημένες αφηγήσεις των εκάστοτε δρώντων υποκειμένων;

   Η σημαντικότερη όμως διαφορά από την επιτελεστική λειτουργία της κυρίαρχης ιστοριογραφίας σε σχέση με μια αφήγηση των από κάτω για την ιστορία τους είναι ότι εδώ όλο το ενδιαφέρον στρέφεται σε κάτι ζωντανό, κι όποιος επιθυμεί να εγείρει αξιώσεις για ένα δυνητικό εχέγγυο αντικειμενικότητας θα πάρει ως απάντηση τη ζωή την ίδια.

   Ο χρόνος, ενώ θα ωριμάζει ακατάπαυστα σκέψεις και ερωτήματα, θα αναδείξει δυο εξαιρετικής σημασίας ζητήματα. Αφενός, έχοντας φτάσει αισίως στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ανακύπτει ένα εν πολλοίς αξεπέραστο πρόβλημα: πολλοί από τους συντρόφους της πρώτης γενιάς, αυτοί που έζησαν το πέρασμα από τη χούντα στη μεταπολίτευση κι έσπειραν τον πρώτο σπόρο, δεν είναι πια εδώ, παίρνοντας μαζί όλες τις εμπειρίες, τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις απαντήσεις τους. Αποφεύγοντας εδώ μια καταλογογράφηση εν είδει νεκρολογίου, τόσο αντίθετου με τις προθέσεις του βιβλίου, θα αρκεστούμε να αναφέρουμε τη Σύλβια Παπαδοπούλου, συνιδρύτρια των πλέον ιστορικών εκδόσεων Διεθνής Βιβλιοθήκη, τον ιθύνοντα των εκδόσεων Βιβλιοπέλαγος, Μιχάλη Πρωτοψάλτη όπως επίσης και τον εξαιρετικό άνθρωπο και σύντροφο Σταύρο Χατζησταύρο, που έφυγαν μόλις τον προηγούμενο χρόνο. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η απόπειρα να γραφτεί κινηματική ιστορία με το πέρασμα του χρόνου παύει να είναι απλά μια δυνητική, πολυτελής ίσως, επιλογή, καθώς δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι όποιος την επιχειρήσει θα κρατήσει στα χέρια του ικανό αριθμό ψηφίδων αυτού του περίπλοκου ψηφιδωτού ανθρώπων, ιδεών, διαδικασιών και συναισθημάτων.

   Το δεύτερο σημαντικό συμβάν είναι ότι σε αντίθεση με τους ανθρώπους του που συνηθίζουν να φεύγουν νέοι πολύ, το κίνημα άντεξε και τα υπόλοιπα κύματα πολύμορφων κακουχιών αποδεικνύοντας σε κάποιον βαθμό ακριβώς ότι είναι κίνημα· πολυμορφικό, πολυτασικό, με διαφορές, διαφωνίες και ρήξεις, όμως κίνημα, με συλλογικότητες ανθρώπων που εξερευνούν και διευρύνονται, όπως και δομές που αναπτύσσονται. Πλάι σε όλες τις προηγούμενες προστίθενται συνεργατικά εγχειρήματα, δομές υγείας και ελευθεριακής παιδείας, παιδικοί σταθμοί και κοινωνικά κέντρα, συλλογικές κουζίνες και παζάρια ανταλλαγής προϊόντων και τόσα άλλα. Προκύπτει έπειτα και μια ανάγκη: ένα κίνημα που επιθυμεί να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις του μέλλοντος με κάποια αποτελεσματικότητα, θα πρέπει να αναστοχαστεί εποικοδομητικά την ιστορικότητά του ώστε να αντλήσει τα όποια χρήσιμα, για τις επόμενες μάχες, συμπεράσματα.

   Η ενδελεχής, όσο και δημιουργική, εξέταση των καταστάσεων που επέφερε η κινηματική δραστηριότητα είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Κι αυτήν την υπόθεση αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας ο συγγραφέας με αυτήν τη μελέτη. Το βιβλίο αφηγείται, χωρίς ασφαλώς να εξαντλεί, ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας του ανταγωνιστικού κινήματος, επικεντρώνοντας την προσοχή του στην πολιτισμική διάσταση της δράσης του όπως αυτή φιλτράρεται μέσα από τις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες της περιόδου που περικλείεται από την μεταπολίτευση έως τα τέλη σχεδόν της δεκαετίας του ’90 και πριν την διαμόρφωση του κινήματος της αντι-παγκοσμιοποίησης. Ταυτόχρονα διατυπώνει με ακρίβεια τις πολιτικές συνδηλώσεις που διαμορφώνονται από αυτή τη δράση, η οποία εκτείνεται στο πεδίο της κουλτούρας.

   Η υιοθέτηση της ερμηνευτικής προσέγγισης του Alberto Melucci, η οποία θεωρείται μεθοδολογικά από τις πλέον έγκριτες, αποτελεί την καταλληλότερη επιλογή κοινωνιολογικής ανάλυσης κινημάτων βάσης. Ενδείκνυται δε, για τη μελέτη της ελληνικής περίπτωσης του ανταγωνιστικού κινήματος, λόγω αρκετών ομοιοτήτων με το αντίστοιχο ιταλικό κίνημα που εξετάζει ο Melucci.

   Επιπλέον η συνδιαλλαγή του συγγραφέα του βιβλίου με τις θεωρητικές ζυμώσεις και αντιπαραθέσεις που πρόδηλα επηρεάζουν τους κοινωνικούς δράστες, ειδικότερα των πρώτων δεκαετιών, αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση των ιδεολογικών συνισταμένων που ορίζουν τις κινηματικές πολιτικές επιλογές, τα ρεπερτόρια δράσης και τον τρόπο κατασκευής και υιοθέτησης συλλογικών ταυτοτήτων σε ένα ιδιαιτέρως ρευστό κοινωνικό περιβάλλον, ισχυρά φορτισμένο με ιδεολογικά πρόσημα. Την αναφορά στην κλασσική αντιπαράθεση μεταξύ Μάρξ-Μπακούνιν διαδέχεται η διατύπωση του, πολύ πιο σύγχρονου, μεταδομιστικού προβληματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως εργαλείο φιλοσοφικής εποπτείας του Μάη του ’68 και προσλαμβάνεται στην Ελλάδα ακριβώς στον απόηχο των γεγονότων του Ευρωπαϊκού Μάη και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον κόσμο των ιδεών του εγχώριου ανταγωνιστικού κινήματος.

   Το σημαντικότερο όλων είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι θεωρητικές αναφορές. Η απουσία μιας ιδεολογικά προκαθορισμένης θέσης αναδεικνύεται σε βασικό πλεονέκτημα της μελέτης, καθώς εκλίπει ο κίνδυνος να επιχειρηθεί η εκ των υστέρων δικαίωση μιας αφήγησης ερήμην της πραγματικότητας. Παρατηρούμε, λοιπόν, σε ολόκληρο το σώμα του βιβλίου τη συνεπή, όσο και κοπιώδη (όπως δείχνει ο όγκος της βιβλιογραφίας, αλλά κυρίως του παρατιθέμενου κινηματικού υλικού, όπως π.χ. μπροσούρων, fanzines, κ.ά.) προσπάθεια του συγγραφέα να αναδείξει τα αίτια και τις λογικές, την ειμαρμένη των πραγμάτων που οδηγούν σε μια αλληλουχία διαδικασιών που παρήγαγαν τα συγκεκριμένα ιστορικά πεπραγμένα και αποτελέσματα.

   Αυτή η έγκυρη παράθεση των θεωρητικών αναλύσεων και η λεπτομερής παρακολούθηση της σύγκρουσης μεταξύ τους, όχι ως αφηρημένων φαντασιακών κατασκευών, αλλά ως συνειδητών αποφάσεων πολιτικών υποκειμένων που μετουσιώνονται σε κινηματική ύλη μέσα σε πραγματικούς χώρους και χρόνους, αποδίδει μια αμερόληπτη αντιστοίχηση ιδεών και πρακτικών, απολύτως απαραίτητη για την υπόθεση της καταγραφής μιας συνεκτικής ιστορίας του αναρχικού, αντιεξουσιαστικού και ευρύτερα ανταγωνιστικού κινήματος.

   Είναι πάνω σε αυτή τη βάση, την οποία κομίζει ο συγγραφέας, που γεννιούνται σοβαρές πιθανότητες το κίνημα να αναγνωρίσει (αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και τον εαυτό του) δρόμους που θα συγκλίνουν στην αφήγηση μιας ιστορίας -όσο το δυνατόν- ανεξάρτητης από τον εκάστοτε αφηγητή.

     Διαχρονικά ζητήματα που ταλάνισαν -και συνεχίζουν να το κάνουν- το κίνημα, όπως αυτό της αντιεραρχίας, του δημόσιου/ιδιωτικού – ανοιχτού/κλειστού, όπως προκύπτει σε σχέση με τη λειτουργία των καταλήψεων· το ζήτημα της εναντίωσης στα ΜΜΕ, αλλά και γενικά της διαμεσολαβημένης επικοινωνίας, όπως τίθεται με αφορμή τους αυτοδιαχειριζόμενους ραδιοφωνικούς σταθμούς, το θέμα της αντιεμπορευματοποίησης, αλλά και της υποκουλτούρας, όπως συστήθηκε μέσα από την ιστορία της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής, παρατίθενται ολοκληρωμένα και αποκαθαρμένα από μεταγενέστερες αξιολογικές κρίσεις εχθρών και φίλων των επιμέρους τάσεων, δίχως όμως να αγνοείται η κάθε είδους κριτική συνεισφορά στην αποτίμηση των κινηματικών εμπειριών.

   Η μελέτη αυτή παραδίδει μια πληθώρα εργαλείων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του για τα διάφορα ζητήματα. Ταυτόχρονα, δεδομένου ότι το βιβλίο αποτελεί την πρώτη μεγάλου μεγέθους απόπειρα συστηματικής καταγραφής ενός σημαντικού μέρους της κινηματικής ιστορίας, μπορεί να προσληφθεί από το ίδιο το κίνημα ως μια επιπλέον αφορμή για δημιουργικό αναστοχασμό, ο οποίος μοιάζει να είναι απολύτως απαραίτητος στις σημερινές ιδιαιτέρως απαιτητικές προκλήσεις μιας περίπλοκης κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας, όπου η κοινωνική δυναμική καλείται να πραγματευτεί την αναδιοργάνωσή της μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης ανανέωσης της αναθετικής διαμεσολάβησης υπό αριστερό πρόσημο.

   Εάν δεχτούμε ότι η κοινωνική πραγματικότητα εγκυμονεί, οι επιλογές κινούνται από τον νέο αυταρχισμό και τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό, μέχρι τη συνολική άρνησή τους, η επέλευση της οποίας μπορεί να καταστεί ένας πραγματοποιήσιμος στόχος εφόσον κατορθώσουμε να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες της κοινωνικής κινητοποίησης· έτσι, μπορούμε να κατανοήσουμε και την ιστορική μνήμη: ως δυνατότητα της πράξης που εκκρεμεί.

    

   Το βιβλίο του Νίκου Σούζα, τον οποίο ευχαριστούμε ολόθερμα για την συνεργασία και την εμπιστοσύνη, εκτός όλων των παραπάνω, αποτελεί και το ιδανικό έργο που θα μπορούσε να επιλεχθεί ως πρώτη έκδοση του Ναυτίλου, (σε βαθμό που αν δεν υπήρχε θα έπρεπε να το εφεύρουμε) καθώς αντικατοπτρίζει μεγάλο κομμάτι των συλλογικών σκέψεων των ανθρώπων που πήραμε την πρωτοβουλία να συμμετέχουμε σ’ αυτήν την καινούργια εκδοτική απόπειρα.

   Ο Ναυτίλος ξεκινάει λοιπόν το ταξίδι του από τη Θεσσαλονίκη και εκδίδοντας ένα βιβλίο για την ιστορία του κινήματος στη σύγχρονη περίοδο «βουτάει στα βαθιά»· όμως λίγο-πολύ αυτός είναι ο λόγος που σκαρώθηκε· για να αποτελέσει ένα ακόμη από τα εργαλεία, με τα οποία θα επιχειρήσουμε να ξεμαγέψουμε τον αλλοτριωμένο άνθρωπο, θα αποπειραθούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο περιδιαβαίνοντάς τον, στοχεύοντας στην ανασημασιοδότηση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την επιχείρηση συνολικής ανατροπής της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης.

   Σε αυτόν τον απόπλου παίρνουμε μαζί μας τα λιγοστά μα σημαντικότατα εφόδια μας. Μια πυξίδα που στον Βορρά της επιγράφεται ο ελευθεριακός προσανατολισμός, έναν χάρτη που σημειώνουμε τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη και την εμπιστοσύνη, ως τα βασικά στοιχεία που οδηγούν στο μονοπάτι της Ουτοπίας, την ιστορική κληρονομιά που ως παλίμψηστο κρύβεται τόσο πίσω από το όνομα του σκαριού (καθώς ο Ναυτίλος πέρα από το υποβρύχιο στο κλασσικό μυθιστόρημα που ο μύθος θέλει ως αρχική συγγραφέα την αναρχική Louise Michel, υπήρξε και κοινωνικό κέντρο που λειτούργησε στη Θεσσαλονίκη την δεκαετία του ’90) όσο και πίσω από το «πλήρωμα», αφού Μαύρο & Κόκκινο τιτλοφορούνταν αναρχική έκδοση της πόλης στα μέσα της δεκαετίας του ’80.

   Τέλος παίρνουμε μαζί μας μια αίσθηση για την κατανόηση της ίδιας της Ιστορίας. Προσπαθώντας να περιγράψουμε αυτήν την αίσθηση, θα εκκινούσαμε από την άρνηση της γοητευτικά αποφατικής ερμηνείας του Walter Benjamin για τον Angelo Novus του Klee, τον Άγγελο της Ιστορίας· «εκεί όπου αυτός [εν προκειμένω ο ίδιος ο φιλόσοφος] βλέπει μια μοναδική καταστροφή που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων», αντικατοπτρίζοντας την αισιόδοξη μαρξική νομοτέλεια ως απαισιόδοξη αποτίμηση του παρελθόντος, -μια ποιοτική καταμέτρηση της βιωμένης ήττας με τη θυελλώδη πρόοδο πάντα παρούσα να επισημαίνει το αναπόδραστο μέλλον·- εμείς διασκευάζουμε τον ουτοπιστή William Morris, αναγνωρίζοντας ότι «αν και οι άνθρωποι παλεύουμε και χάνουμε, το πράγμα για το οποίο παλέψαμε έρχεται παρά την ήττα, δίχως όμως να είναι αυτό που εννοούσαμε, έτσι ώστε άλλοι άνθρωποι πρέπει να παλέψουν γι’ αυτό με ένα άλλο όνομα». Το μέλλον δε, είναι απλά ένα προσχέδιο αγώνα.

   Εμείς επιθυμούμε να γίνουμε αυτοί οι άλλοι άνθρωποι, ο Ναυτίλος, αυτό το άλλο όνομα και το όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης είναι αυτό που πάντα εννοούμε.

Άρης Τσιούμας

για τις ελευθεριακές Εκδόσεις Ναυτίλος
Θεσσαλονίκη | 13 Μαΐου 2015

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Η Τούμπα, οι μετανάστες και τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας

Λοιπόν, γεννηθήκαμε και στην Τούμπα. Πήγαμε δημοτικό στου «Αδαμίδη» και στο «Τενεκεδένιο», το ένα χτισμένο από λαμαρίνη και τ’ άλλο από αμίαντο καρκινογόνο. Κάποτε το γκρέμισαν αφού τόσες γενιές μεγάλωσαν σ’ αυτό. Οι γονείς μας γεννήθηκαν εδώ, στα ίδια σχολεία έτρεξαν, γέλασαν, στα ίδια στενά έπαιξαν. Πρόλαβαν βέβαια τούτοι οι τυχεροί τα σπιτάκια με τις μεγάλες αυλές, τις ξαμπάρωτες πόρτες, το κουτσομπολιό των Σμυρνιών γιαγιάδων, τα ρεμπέτικα στη διαπασών απ’ τη καλύβα του χασισοπότη, τις φωνές και τους καυγάδες των γειτόνων τις μεγάλες και ατέλειωτες σιωπές που έκρυβαν τους κυνηγημένους. Οι παππούδες μας δε γεννήθηκαν εδώ. Στην Τούμπα δεν γεννήθηκε κανείς, μόνο κάτω στην πόλη γεννήθηκαν οι παλιοί Σεφαραδίτες που κι αυτοί έφτασαν εδώ κυνηγημένοι. Κανείς δε θυμάται από πότε, φύγανε κι αυτοί όπως ήρθαν…κυνηγημένοι. Οι παππούδες μας ήρθαν εδώ από τη Ρωσία, τον Πόντο, από τη Σμύρνη…πρόσφυγες. Πριν από τους παππούδες μας, στη Τούμπα ζούσαν τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας, έτσι έλεγαν οι παλιοί την χωματερή στο μέρος που χτίστηκαν έπειτα τα «Κωνσταντινοπολίτικα». Όταν ήρθαν οι παππούδες, μας δεν τους δέχτηκε κανείς, δεν άνοιξε σπίτι, ή αγκαλιά, ούτε στάβλος για να χωθούν σαν τρομαγμένα ζώα. Μονάχα το ορφανοτροφείο που μεγάλωσε τις γιαγιάδες μας, στα χρόνια της φρίκης… Είχαν μόνο την απλωσιά του τόπου. Το ρέμα, τη Αγιά Μαρίνα, το ανάχωμα, τις παρυφές του δάσους, αυτός ήταν ο τόπος. Εκεί χτίσαν τα παραπήγματά τους, οι παραγκιώτες. Παραμέρισαν τα σκουπίδια και έφτιαξαν τη ζωή, αυτή του πολέμου, αυτή της αντίστασης, του αγώνα. Βάψανε οι αλάνες της Τούμπας κόκκινο. Δρόμος πολύς η ζωή των κυνηγημένων, η ζωή του πρόσφυγα…Έπειτα γκαστερμπάϊτερ, άσωτος ο δρόμος… Κάποτε ξαπόστασαν κι αυτοί, μέσα στα μελαγχολικά σπιτάκια της αντιπαροχής του δανείου, της σύνταξης, αυτά που χτίσανε κατά χιλιάδες οι ίδιοι για δεκαετίες. Μα η φτώχεια ήταν πάντα η ίδια, πλήρωσαν. Κι ακόμη αργότερα, είδαν τα εγγόνια τους, τα λιωμένα κορμιά των νεολαίων της «ανάπτυξης» και του «εκσυγχρονισμού» κάθε απόβραδο να ξεμοναχιάζουν τη ζωή κάτω απ’ τη γέφυρα, στο ρέμα, το πρωΐ άγριο ξύπνημα από τη σειρήνα του ασθενοφόρου. Και σε μας απόμεινε, μονάχα μια μνήμη, μια μυρωδιά χαμένη από την τσιμενταρισμένη εξοχή, μα και η αίσθηση ότι αν ακόμη σήμερα δεν είμαστε κυνηγημένοι, έχουμε την ψυχή να μη γίνουμε ποτέ κυνηγοί. Και να ελπίζουμε, ν’ αγαπάμε τον άνθρωπο. Έπειτα γι’ αυτό διαλέξαμε πλευρά, γίναμε αναρχικοί, μιας και η αριστερά των παππούδων μας δεν υπάρχει πια, έμεινε από δ’ αύτη μια στάμπα από την πολυχρησιμοποιημένη καρέκλα του «δημόσιου λειτουργού» και η κατάφαση του συμβιβασμού, γίναμε αναρχικοί όχι γιατί μας αρέσει να μας κυνηγούν αλλά για να θυμόμαστε να μην γίνουμε ποτέ κυνηγοί. Ούτε κυνηγοί, ούτε θηράματα, ούτε αφέντες, ούτε δούλοι…
Με αφορμή μερικά ορφανά ευρώ (600.000) που περίσσευαν από τον ευρωπαϊκό κορβανά και που ο δήμαρχος της πόλης σκέφτηκε να τα πάρει υπό την ζεστή θαλπωρή του, εγκρίθηκε το σχέδιο εγκατάστασης οκτώ (8) μονογονεϊκών οικογενειών προσφύγων στους παλιούς στάβλους, οι οποίοι επί χρόνια χρησιμοποιούνταν για να φιλοξενούν καρκινογόνα χημικά. Η διαμόρφωση ενός χώρου φιλοξενίας των ορφανών παιδιών ήταν η προϋπόθεση για να αναλάβουν οι έμμισθοι «αλληλέγγυοι» τον μποναμά των γιάπηδων. Στους καρκινογόνους παλιούς στάβλους λοιπόν, εξαντλείται η ντόπια και διεθνής αλληλεγγύη των κατατρεγμένων…Ας είναι, όμως όχι… Στην Τούμπα, λοιπόν, (να μιλάνε άραγε για τον ίδιο τόπο;) βρέθηκαν άνθρωποι να καμωθούν τους γηγενείς. Μαζεύτηκαν, λοιπόν, κάποιοι άπληστοι νευρωτικοί «αυτόχθονες», έκαναν εκδήλωση και είπαν «στην Τούμπα δε χωράνε πρόσφυγες». Αναρωτήθηκαν «πως θα παίζουνε τα παιδιά μας δίπλα στους μετανάστες»; Είπαμε «θα μιλήσουμε κι εμείς», αρνήθηκαν, επιμείναμε να μιλήσουμε, μας ρώτησαν ποιο είναι το όνομά μας, 

- Αχμέτ, Αμπντούλ, Κωστής, Μαρίκα, Ντούσιας, Χομαγιούν, Βακάρ. 
Έπειτα ρώτησαν που ζούμε
- Στην Επιδαύρου, στη Βοσπόρου, κάτω από τη γέφυρα, στο ρέμα, στη Κασσάνδρου, στο Γεντί Κουλέ
Και που γεννηθήκατε;
- Στην Τούμπα, στο Κερατσίνι, στην Κοκκινιά, στο Βίτσι, στα γκέτο του Παρισιού, στο Μεξικό στη ζούγκλα. 
Παραξενεύτηκαν ρώτησαν τι ήρθατε να κάνετε εδώ; Μα είχαν ακούσει πολλά έκλεισαν τα ηχεία…τότε κάναμε τα χέρια μας χωνί, όπως παλιά στη γειτονιά μας, έκαμε ο κυρ-Γιώργης που ‘φερνε στην καρότσα τα καρπούζια κι οι γιαγιάδες μας ανέβαζαν πάνω να παίξουμε…
-Γεννηθήκαμε κι εδώ, κι αλλού και παντού θα γεννιόμαστε και θα ξεπηδάμε γιατί ο φασισμός δεν έχει πάντα ουρά και κέρατα, ο φασισμός ξεκινά ως εφαρμογή μικρών καθημερινών κακουργηματικών σκέψεων, υπαγορευμένων από το φόβο και τη μισαλλοδοξία…Σκεπτόμενοι ότι ο φασισμός δεν νικάει όταν βρεθεί ένας Χίτλερ αλλά όταν δημιουργηθούν χιλιάδες Άϊχμαν…

Έπειτα φύγαμε, μα θα ξαναγυρίσουμε, να κοιτάξουμε αν ο τόπος φυλάει τη μνήμη του…
Όσοι δεν μίλησαν ποτέ, όσοι τώρα βόλεψαν το κορμί τους σε ένα-δυο σπίτια και εξοχικά, βρήκαν εχθρό, «ξεσηκώθηκαν» να «διεκδικήσουν». Ποιόν εχθρό αισθάνθηκαν; Βρέθηκαν «αυτόχθονες» να διακηρύξουν ότι αυτό το μικρό κομμάτι κατεστραμμένης γης κάποιοι άλλοι, -οι ίδιοι- το έχουν περισσότερο ανάγκη, από τα ορφανά αλλοδαπά ανήλικα μιάσματα. Κάνανε και αναλύσεις ότι η χώρα και ειδικά η Τούμπα δεν χωράει άλλους ξένους, άλλους κατατρεγμένους. Είναι πολλοί, λένε. Δεν χωράει άλλη φιλοξενία γιατί έχει το Θεαγένειο που φιλοξενεί καρκινοπαθείς, έχει το Παπάφειο που φιλοξενεί ορφανά, έχει την ΥΦΑΝΕΤ που φιλοξενεί αναρχικούς… Δεν χωράνε άλλοι, είπαν αυτοί που αν η Τούμπα δεν χωρούσε από πάντα τους κατατρεγμένους, δεν θα ήταν εδώ. Κορόϊδεψαν «να τους πάρετε σπίτια σας», οι ανόητοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν πόσους και πόσους κατατρεγμένους έχουμε φιλοξενήσει στα σπίτια μας με την ελπίδα κάποτε να είχε βρεθεί κάποιος να φιλοξενήσει τους παππούδες μας, τους «τουρκόσπορους». Έπειτα μας είπαν ότι θέλουν το χώρο μόνο για Έλληνες, για την πατρίδα…ποια πατρίδα; Αυτή την πατρίδα που έστελνε το χωροφύλακα να ελέγχει αν σήκωσαν την σημαία της οι παππούδες μας στα μπαλκόνια, επειδή ήταν «ύποπτοι» και «συμμορίτες»; Την πατρίδα της "μπάρας" που για να την περάσεις έπρεπε να δώσεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων; Στην κόκκινη Τούμπα η σημαία της πατρίδας μας απλώνονταν στα μπαλκόνια 363 μέρες το χρόνο, κάθε μέρα πέρα από τις εθνικές εορτές: ήταν τα χιλιομπαλωμένα σώβρακα και οι κακοραμμένες κάλτσες που ανέμιζαν περήφανα πάνω από τα κεφάλια μας όταν κλωτσούσαμε την μπάλα στην αλάνα• πατρίδα στην τούμπα ήταν η αλάνα για τους μικρούς, η φτώχεια για τους μεγαλύτερους κι η πείνα, ο φόβος της προσφυγιάς. Ήταν όμως και η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, το νιώσιμο, δεν ήταν απλά μια κάποια Ελλάδα η πατρίδα στην Τούμπα. Έτσι θέλουμε να τη θυμόμαστε. Αλλά μήπως τούτοι οι νέοι «γηγενείς» ήταν θαμώνες και κατοικοεδρεύαν στα υπόγεια της Τσιμπλούκας, κάτω από τόνους σκουπιδιών, αγνώριστοι κι αυτοί ανάμεσα τους; Δε θα ‘τυχε να τους γνωρίσουν οι παππούδες μας.

Άλλωστε από πάντα η χωματερή είναι το καταφύγιο του ρατσισμού, κι η μισαλλοδοξία ο πολιτισμός των σκουπιδιών.


Συλλογικότητα για τον Κοινωνικό Αναρχισμό 
           "Μαύρο & Κόκκινο"
    mauro-kokkino@hotmail.com

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Κείμενο παρουσίασης του 2ου τεύχους του Κοινωνικού Αναρχισμού

Του Άρη Τσιούμα

Κάποτε σε ένα κείμενο πριν κάποια χρόνια είχαμε αναφέρει ότι περνάμε στην «εποχή των δολοφόνων», και κάποιοι σύντροφοι μας ζήτησαν να επεξηγήσουμε τον όρο, σήμερα νομίζω ότι αυτή η διατύπωση δεν χρειάζεται επεξηγήσεις, άνθρωποι στην Ελλάδα και όχι μόνο καίγονται ζωντανοί σαν κεριά προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν στο κρύο, και αυτή είναι μόνο μια όψη των δεκάδων τρόπων με τους οποίους οι εξουσιαστές καταφέρνουν να διαχειρίζονται την ανθρώπινη ζωή. Η εποχή των δολοφόνων ξεκινά ουσιαστικά όταν ο καπιταλισμός ως ολοκληρωτική σχέση εξουσίας υπερβαίνει την επιβολή του «πως θα ζήσουμε» για να αποφασίσει το «αν θα ζήσουμε» και ποιοί. Η μόνη ερώτηση που μοιάζει να έχει νόημα είναι αν έχουμε βγει καθόλου από αυτή την εποχή. 

Η φενακισμένη ευζωία του δυτικού κόσμου που χτίστηκε πάνω στα ερείπια του ολέθρου και στη διαρκή εκμετάλλευση ολόκληρου του πλανήτη, καμώθηκε προσωρινά ότι ξόρκισε τα φαντάσματα των φασισμών που εξέθρεψε το σύστημα καταπίεσης. Σήμερα αυτοί επιστρέφουν ολοζώντανοι επιδιώκοντας να ξανακυριεύσουν τα μυαλά των ανθρώπων να τα κάνουν να συναινέσουν σε νέα εγκλήματα καταστώντας τους εξαρτήματα σε ότι πραγματικά είναι ο φασισμός: η πιο αποτελεσματική τεχνική μαζικής δολοφονίας, η οποία συστήνεται ως πολιτικό πρόταγμα. Επειδή λοιπόν ο φασισμός, δυστυχώς απέκτησε μια ιδιόμορφα επικαιροποιημένη μορφή αφιερώσαμε ένα μεγάλο μέρος του δεύτερου τεύχους του κοινωνικού αναρχισμού στη μελέτη και την ανάλυση της πολεμικής που προωθούμε εναντίον του. 

Από την ανάλυση του, και την σχέση του με το κράτος, και τις μορφές πολιτικής ετερονομίας σε θεωρητικό και φιλοσοφικό επίπεδο, μέχρι την άκρως πρακτική και οργανική σχέση της φασιστικής νοοτροπίας με τις κεντρικές επιλογές της κυβέρνησης με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, επιχειρούμε να σκιαγραφήσουμε ένα εξίσου επικαιροποιημένο θεωρητικό σχήμα αντιπαράθεσης, το οποίο χωρίς να παραβλέπει την υλιστική βάση του ζητήματος, δε θα εγκλωβίζεται σε ερμηνείες που εξαντλούνται σε οικονομικές προσεγγίσεις και αφήνουν ανερμήνευτα τα υπόλοιπα πεδία της πολιτικής σκέψης και της ίδιας της κοινωνικής ζωής, των θεσμίσεων και των φαντασιακών που παράγονται είτε στο επίπεδο της πολιτικής εκπροσώπησης είτε στο επίπεδο της κοινωνικής βάσης. Οι σχέσεις μοριακού φασισμού, ο ρατσισμός, ο σεξισμός, που κυριαρχούν ως ύπουλες αφηγήσεις μιας ανέμελης καθημερινότητας στις περιόδους της επονομαζόμενης «ανάπτυξης» θα αποτελέσουν το ζωτικό κεφάλαιο, το οποίο θα έλθει να εξαργυρώσει η φασιστική πολιτική έκφραση όταν η καθημερινότητα θα έχει διαμορφωθεί σε ζούγκλα από το καπιταλιστικό καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Και είναι αλήθεια ότι στις ζούγκλες ευνοούνται τα σαρκοφάγα ζώα, ήτοι οι ναζί-δολοφόνοι. 

Για εμάς τους αναρχικούς μια προσέγγιση του φασισμού που δεν αναδεικνύει την προσήλωσή του στην οικοδόμηση ενός ολοκληρωτικού κράτους, είναι ελλειπτική. Στοιχείο του αντιφασιστικού αγώνα είναι ο αντικρατισμός, καθώς το κράτος αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό και καθιερωμένο τρόπο διαχωρισμού του κοινωνικού συνόλου, με βάση την ταξική διαστρωμάτωση αλλά και την πολιτική συνείδηση. Η πίστη στο θεσμό του κράτους, ή η «εργαλειακή του χρήση» (sic) αποτελεί θέση ξένη προς τον αναρχισμό και κατ’ επέκταση στον τρόπο που προσεγγίζει αυτός τον φασισμό αλλά και το πεδίο ανταγωνισμού που διαμορφώνει το αντιφασιστικό κίνημα. 

Η πάλη ενάντια στο κράτος είναι πάλη ενάντια στο φασισμό και η πάλη ενάντια στο φασισμό οφείλει να είναι πάλη ενάντια και στο κράτος. Με ένα κείμενο του antisystemic που δίνει νέο βάθος -κατά τη γνώμη μας- στον σύγχρονο αναρχικό λόγο ξεκινάει αυτό το δεύτερο τεύχος. Με μια εύχρηστη ανάλυση ο δοκιμιογράφος τοποθετεί το πρόβλημα που έχει γίνει λανθασμένα γνωστό ως «βάση-εποικοδόμημα» στη σωστή του θέση. Πέρα λοιπόν από τα ιδιαίτερα υλιστικά συμφέροντα, «η ηγεμονική ετερόνομη ιδεολογία είναι σε θέση να παράξει ένα σώμα από αξίες και αντιλήψεις, ικανές να παρεισφρήσουν στη φαντασιακή θέσμιση των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων, ετεροκαθορίζοντας το περιεχόμενό της, και με αυτόν τον τρόπο να προσδώσουν θετικό περιεχόμενο στην κυριαρχία της». 

Αυτή η προσέγγιση μπορεί να αποτελέσει ίσως τη βάση για την θεωρητική αποκάλυψη της λύσης του ανοίγματος των αιτιών που το έθνος, ως φαντασιακή κοινότητα επικράτησε ή τουλάχιστον επιβίωσε μέσα στο συλλογικό νου, ενάντια στις υλιστικές θέσεις του ξεκάθαρου προσδιορισμού  των ταξικών συμφερόντων. Μετά από μια μεστή και έγκυρη επισκόπηση του διανοητικού σύμπαντος της ετερόνομης πολιτικής σκέψης ο συντάκτης διερχόμενος μέσα απ’ τα παραδείγματα του υπερσυντηρητισμού και του πρωτογενούς φασισμού, αναδεικνύει τους κοινούς τόπους της ιστορικής κληρονομιάς της ανελευθερίας με τους σημερινούς εκφραστές της, την κυβέρνηση και τις ντόπιες και διεθνείς ελίτ, στοχεύοντας παράλληλα στην αποσάρθρωση των προπαγανδιστικών τους αιχμών, όπως π.χ. της θεωρίας των δύο άκρων. 

Ο Φώτης Τερζάκης στη συνέχεια, με το κείμενο του σχολιάζει την επικαιρότητα με τον μοναδικό τρόπο που αυτός ο σχολιασμός εκπέμπει ένα σημαντικότερο σημαινόμενο, εν αντιθέσει με τις γνωστές προσεγγίσεις που απηχούν ένα αναμάσημα των ανοησιών που μαζικά παράγοντα κυρίως στους τηλεοπτικούς δέκτες. Ο Τερζάκης έχοντας ως κίνητρο την κατάθεση μιας πολεμικής ενάντια στις όψιμες παραχωρήσεις του Τ. Φωτόπουλου απέναντι στο χρυσαυγιτισμό, τις οποίες εκδήλωσε σε σειρά ουσιαστικά φιλο-εθνικιστικών του τοποθετήσεων δε μένει σε μια στείρα καταγγελία αυτών, αλλά θέτει τον δείκτη της οξυμμένης  θεωρητικής επεξεργασίας των σημερινών πεπραγμένων πάνω στην ουσία των αιτιών που τα προϋποθέτουν. Αφού αποδομεί εύληπτα και εύστοχα τον «κρατικό αντιφασισμό» ο Τερζάκης καταδεικνύει τις πραγματικές προθέσεις των κρατικών χειρισμών. Εν τέλει θα επικεντρώσει την κριτική του απέναντι στα εθνικιστικά ανοίγματα του πάλαι ποτέ ελευθεριακού στοχαστή Φωτόπουλου, για να τονίσει την επικυνδινότητα τέτοιων και παρόμοιων κηρυγμάτων. 

Η ουσία της τοποθέτησης του Τερζάκη έχει να κάνει με την λύση ενός δήθεν δυσεπίλυτου προβλήματος, εάν δηλαδή πρέπει το κίνημα να στραφεί κατά του φασισμού ή αν πρέπει να «μην αποπροσανατολιστεί» και να προσηλώσει τη δράση του ενάντια στην κυβέρνηση. Όποιος όμως θέτει ένα τόσο άστοχο ερώτημα, σαν ένα αξεπέραστο δίλλημα προφανώς έχει κάποιον διόλου θετικό ως προς την πάλη για ελευθερία σκοπό. Ο Φωτόπουλος ας πούμε θεωρεί αποπροσανατολιστική την πάλη ενάντια στο ναζισμό γιατί όπως λέει ο ίδιος «ο πραγματικός φασισμός είναι τα σχέδια των οργάνων της Υπερεθνικής και Σιωνιστικής Ελίτ». 

Όλοι καταλαβαίνουμε πλέον σε ποια παράδοση σκέψης ανήκουν αυτές οι υπεραπλουστεύσεις. Αντιθέτως ο Τερζάκης που κατανοεί και διαφυλάσσει την διαλεκτική των αυτόνομων και αλληλεπιδρούμενων θέσεων και αντιθέσεων πριν αυτές παράξουν την σύνθεση των περιεχομένων τους, γράφει: «πρέπει κυρίως να καταλάβουμε ότι το φασιστικό ανακλαστικό είναι μια αυτοτελής απειλή για τις ανθρώπινες κοινωνίες που, παρότι τροφοδοτείται από, δεν ανάγεται κατά οιονδήποτε απλό τρόπο στις συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής χειραγώγησης. Αντιπροσωπεύει ένα βαθύ και μοιραίο τραύμα στην ίδια τη ρίζα της ζωής, που μετασχηματίζει με τον αμείλικτο τρόπο μυθικού μηχανισμού τη ματαίωση σε ατέρμονο μίσος, και το μίσος σε καταστροφική και αυτοκαταστροφική δράση».

Επιχειρώντας να αναδείξουμε την πολιτική επικάλυψη του φασισμού από την κυβερνητική δράση με ένα παράδειγμα που πέρα από τη φιλοσοφική του χρήση θα αναδείκνυε με κοινωνικούς όρους την αθλιότητα της φασιστικής νοοτροπίας απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται, ζητήσαμε από τον Νίκο Νικολαΐδη να συντάξει ένα κείμενο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών. Μετά την ανάπτυξη της δράσης του κρατικού αντιφασισμού, θεωρήσαμε εξαιρετικά σημαντικό να καταδείξουμε ποιες είναι οι πραγματικές σχέσεις του φιλελεύθερου κοινωνικού δαρβινισμού με το alter ego του μισάνθρωπου φασισμού. 

Ο Νίκος σε άλλη μια μεστή κι ολοκληρωμένη καταγραφή καταφέρνει κάτι πολύ ουσιωδέστερο από το να περιγράψει το πρόβλημα και να καταθέσει μια πρόταση· κάνοντας μια χρήσιμη αναφορά στην ιστορική γέννηση των στρατοπέδων και αφού περιοδεύσει στις αιτίες διαμόρφωσης των αιτιών που δίνουν τα υλικά κατασκευής και συναίνεσης σε ένα από τα πλέον απάνθρωπα οικοδομήματα που φτιάξανε άνθρωποι για άλλους ανθρώπους, συνεισφέρει μια αμιγώς ελευθεριακή οπτική για το τι συμβαίνει, με ποιους όρους, και τι εμείς και με ποιους τρόπους οφείλουμε να το αντιμετωπίσουμε. Και το αναφέρω αυτό γιατί δεν αμελεί σε κανένα σημείο αυτού του σημαντικού -για την σε βάθος κατανόηση του προβλήματος- κειμένου να αναφερθεί τόσο στην πολιτική εδραίωσης του φόβου, μέσω της εναντίωσης στον άλλον, όσο και να καταδείξει τι συνιστά η πειθάρχηση μέσω των διάφορων εξουσιαστικών διαδρομών που αναπόδραστα καταλήγουν στην καταστροφή του ανθρώπινου. Παράλληλα δίνει συγκεκριμένα στοιχεία και αριθμούς, όχι όμως με μια δημοσιογραφική προσέγγιση αλλά με την οξυδέρκεια της ερμηνείας που διαυγάζει τις πολιτικές επιλογές διαμόρφωσης αυτών των στοιχείων. Τέλος εντάσσει στην ανάλυση του το ζήτημα της παρανομοποίησης της εργασίας και τον ρόλο που παίζει η συνθήκη διαμόρφωσης του «νέου εργατικού δυναμικού, χωρίς δικαιώματα μόνο από Έλληνες», θυμίζοντας μας πολλές συνδηλώσεις των σχέσεων μεταξύ κυβερνητικών επιλογών και νεοναζιστικών προσδοκιών κι υποσχέσεων. 

Ενώ όμως κάνει όλη αυτή τη βαρύνουσα δουλειά δεν υποβαθμίζει τον κεντρικό ρόλο του ανθρώπου, ως υποκειμένου έμπνευσης για ένα κίνημα διεκδίκησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, έναντι μερικοποιημένων σχέσεων εξουσίας που αναδεικνύουν μόνο μια πλευρά του προβλήματος διαμορφώνοντας υποκείμενα σε σωλήνες ιδεολογικού εργαστηρίου που πολλές φορές πλέον όχι ως κατηγορίες αλλά ως ζωντανή ύλη δεν αντιστοιχούν σε συνειδητές κοινωνικές δυνάμεις. 

Η δυνητική αποστροφή του εντιτόριαλ «θα νικήσουμε, μόνο αν νικήσει η ζωή, γιατί έτσι κι αλλιώς, τίποτε άλλο δεν έχει αξία», βρίσκει στον εχθρό του «κόμματος του θανάτου», εκείνο το συλλογικό όραμα απελευθέρωσης που ενώ κατανοεί την πραγματικότητα που έχουν διαμορφώσει τα συμφέροντα και οι πράξεις των ανθρώπων διαφυλάσσει στη κιβωτό της αγωνιστικής της πλεύσης, την οικουμενικότητα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Διότι όπως η ύπαρξη των στρατοπέδων συγκέντρωσης είναι μια ντροπή για όλους, για το σύνολο του ανθρώπινου είδους, η διαμόρφωση μιας κοινωνίας που αυτά θα εκλείπουν είναι ένα φάρος ελπίδας για την διάσωση της συνολικής κληρονομιάς της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ποτέ τη βασική διδαχή του εάν έστω και ένας άνθρωπος είναι ανελεύθερος, τότε κανείς δεν μπορεί να είναι πραγματικά απελευθερωμένος.

Ένα άλλο ζητούμενο θίγει στο κείμενο του ο Σωτήρης Λυκουργιώτης. Έχει ο φασισμός αισθητική, κι αν ναι σε τι αυτή συνίσταται; Η προσέγγιση του ναζιστικού φαινομένου από πολιτισμική σκοπιά είναι μια δυσχερής εργασία, καθώς εκτός της a priori αμφισβήτησης του πεδίου έρευνας που οριοθετεί, η εξαγωγή συμπερασμάτων και ειδικότερα χρήσιμων για τους τρόπους αντίληψης και αντιπαράθεσης είναι πραγματικά ένα οριακό ζητούμενο. Η καλή γνώση των φιλοσοφικών συντεταγμένων μιας ιστορίας της αισθητικής ως πολιτικού εργαλείου, είναι απαραίτητο στοιχείο για την ανάληψη αυτού του καθήκοντος, και πιστεύω ότι ο συντάκτης ξεπερνά τις προσδοκίες μας με την καταγραφή που παρουσιάζει. Τι σημαίνει σε φιλοσοφικό επίπεδο ο ισχυρισμός του Μπένγιαμιν ότι ο φασισμός αισθητικοποίησε την πολιτική; Η απόδοση του ισχυρισμού ως φετιχοποίησης της τελειότητας επαναφέρει ένα ερώτημα που μόνο εάν το δούμε σε συνάρτηση με τις ζωτικές του συνδηλώσεις αποκτά το νόημα που του αρμόζει. 

Υπήρξε ο φασισμός ένας αντιδραστικός μοντερνισμός ή ένας προδιαφωτιστικός ρομαντισμός, ο μυθολογικός πυρήνας του οποίου είχε στο κέντρο του την κτηνώδη επιβολή της καταστροφής του ανθρώπου διαμέσου και της αυτοκαταστροφικής επιλογής; Εάν θέλουμε να πάψει αυτό το ερώτημα να αποτελεί απλά μια άσκηση θεωρητικής εκγύμνασης οφείλουμε να επανατοποθετήσουμε τον προβληματισμό ως εξής: εάν η φετιχισμένη αισθητική και μορφική τελειότητα στην καρδιά του νεοτερικού κόσμου συστήθηκε ως αρμονία της μαζικής ολιστικής αφήγησης, η οποία αντιστρέφει έναν υλιστικό ντετερμινισμό προς όφελος ενός μεταφυσικού τελολογισμού, πώς αυτή η εκκοσμίκευση της επίκλησης στη μαζική ανθρωποσφαγή επιβιώνει σήμερα, εφ’ όσων γνωρίζουμε πια ότι η ευταξία της «αρμονίας» αυτής συνεισφέρει απλά στην αλάνθαστη κατανομή των χρυσών δοντιών σε όμοιες στήλες προϊόντων που προκύπτουν από την συντεταγμένη εξαΰλωση «κατώτερων» ανθρώπων; Δίνοντας ένα απλό αλλά κατατοπιστικό παράδειγμα: τα κομμουνιστικά καθεστώτα επέλεξαν τις στρατιωτικές στολές που καταδεικνύουν τη ρώμη του καθεστώτος που θα επιβληθεί αλλά και ταυτόχρονα αποτελούν τη λύση στο πρόβλημα της ταξικής ανισότητας εξομοιώνοντας τα υποκείμενα. 

Ο ναζισμός θα επιλέξει τα στρατιωτικά ρούχα για να καταδείξει τον μανιακό στρατιωτικό προσανατολισμό του και επιπροσθέτως για να διευθετήσει το ζήτημα της ομοιώδους έκφρασης της ανώτερης φυλής. Το ελευθεριακό πνεύμα διαμορφώνεται ως άρνηση της κατατρόπωσης του ατόμου, και προσδοκά σε μια κοινωνία που όλοι θα έχουν την υλική δυνατότητα επιλογής αυτού που αρέσκονται χωρίς έξωθεν καταναγκασμό και διαμορφώνει την πολυμορφία ως πραγματική αισθητική αρμονία της απελευθέρωσης. 

Η πολυμορφία σήμερα λογίζεται ως θετική κατάσταση, το αντιεξουσιαστικό της πρόσημο όμως μένει να ολοκληρωθεί διαμέσου της αποαποικιοποίησης της από τη σχέση της εκμετάλλευσης με στόχο το κέρδος που έχει επιβάλλει ο καπιταλισμός. Η χρήση της μαρξικής σκέψης στο άρθρο του Λυκουργιώτη, επιβεβαιώνει και με οικονομικούς όρους το πρόβλημα της αντιστροφής προοπτικής αφού η μορφή – εμπόρευμα συγκαλύπτει το  περιεχόμενο δηλαδή την ίδια την εκμετάλλευση. Η φαινομενικότητα δεν κρύβει όμως απλά την ουσία αλλά και την αποκαλύπτει ταυτόχρονα. Διαβάζοντας όλο το τεύχος, κατανοεί κάποιος μια κοινότητα ψεύτικων διλλημάτων: ο φασισμός και η αστική δημοκρατία στον Τερζάκη η οικονομία ως βάση και ο πολιτισμός ως εποικοδόμημα, στον Λυκουργιώτη το ταξικό συμφέρον και η αλλοτριωμένη φαντασιακή θέσμιση που αποδομούνται με μια διαλεκτική που διαμορφώνει και διαμορφώνεται από τον σύγχρονο ελευθεριακό λόγο.

Ακολουθούν τα άρθρα της Νεφέλης Πανδίρη και του Δημήτρη Καταϊφτσή μελών της συντακτικής ομάδας της Θεσσαλονίκης, τα οποία έχουν ιστορικό περιεχόμενο. Για να μην μονοπωλήσει το ενδιαφέρον αυτή η εισαγωγή, θα αρκεστώ να πω ότι η ερμηνεία της ιστορικής συγκυρίας αποκτά νόημα για το ανταγωνιστικό κίνημα όταν κατορθώνει να διαρθρώνει μια κριτική σκέψη που αποκαλύπτει κοινές συσπειρώσεις συμφερόντων σε σύγχρονους ιστορικούς τόπους. Η μάχη που δίνεται ενάντια στη συλλήβδην παραχώρηση του γερμανικού προλεταριάτου στο ναζισμό είναι κατ’ ουσίαν μια ιστοριογραφική μάχη που επίδικο για εμάς έχει όχι την ακαδημαϊκή διαμάχη αλλά την υπεράσπιση της επαναστατικής πολιτικής και θεωρίας από τις φιλελεύθερες αφηγήσεις που στόχο έχουν να αθωώσουν τον καπιταλισμό ως μήτρα του φασισμού, ή με άλλα λόγια επιχειρούν να κάνουν τον Χορκχάιμερ να το βουλώσει αντ’ αυτών.

Η δε ιστορία της Σιδηράς Φρουράς στη Ρουμανία αποκτά μια επίκαιρη χροιά παρατήρησης των ενδοφασιστικών διενέξεων και αντιπαραθέσεων οι οποίες «φυσικά ως φάρσα περισσότερο» έλαβαν χώρα πρόσφατα και στην Ελλάδα του 21ου με τις διώξεις Μιχαλολιάκου από τον Δένδια.

Το προμήνυμα κινδύνου που στέλνει η Άννα Καραγεωργίου έχει πολλούς αποδέκτες. Παίρνοντας μόνο ως αφορμή την φασιστική απειλή με ένα κείμενο-μανιφέστο προβληματισμού πάνω στη σύγχρονη κατάσταση, ανασκαλεύει την φιλοσοφία της ιστορίας χρησιμοποιώντας ένα πολύ δυνατό και αιχμηρό εργαλείο: επίλεκτες ερμηνείες από την ιστορία της φιλοσοφίας. Μ’ ενα πολυεπίπεδο γραπτό, μας δίνει την αίσθηση ότι φέρνει τον διαρκή θύτη δολοφόνο-ναζιστή Ρουπακιά σε έναν διαχρονικό φιλοσοφικό  και αιματηρό διάλογο με το θύμα του που μέσα στο διηνεκές του ιστορικού χρόνου και τόπου αυτό θα μπορούσε να είναι ο στοχαστής Βάλτερ Μπένγιαμιν, όπως ακριβώς ο Χίτλερ θα μπορούσε να έχει δολοφονήσει τον Παύλο Φύσσα.

Δυο κείμενα για την οργάνωση των αναρχικών που αποτελεί κεντρικό άξονα των ζητημάτων με τα οποία καταπιάνεται η επιθεώρηση του Κοινωνικού Αναρχισμού, φιλοξενούνται στις επόμενες σελίδες του και εμπλουτίζουν τον ορίζοντα της ελευθεριακής σκέψης γύρω από το θέμα αυτό. Ο Σπύρος Δαπέργολας σκιαγραφεί με απλά και κατανοητά λόγια το πλαίσιο διαφόρων προβληματισμών γύρω απ’ το ζήτημα της οργάνωσης, ενώ ταυτόχρονα συνοψίζει χωρίς ιδεοληπτικές προσθήκες την αναγκαιότητα ύπαρξής της. Η προσπάθεια αυτή παίρνει νέα μορφή πλέον δεδομένου ότι παύει να αποτελεί ευχολόγιο αλλά από τον προηγούμενο Μάρτιο αποτελεί ζωντανή διαδικασία ζύμωσης μετά την πρωτοβουλία διαλόγου που πάρθηκε για την δημιουργία πανελλαδικής αναρχικής οργάνωσης, η οποία έχει διοργανώσει ήδη 2 πανελλαδικές συναντήσεις, με τη συμμετοχή δεκάδων αναρχικών συλλογικοτήτων. 

Ο Αντώνης Δρακωνάκης με το άρθρο του βάζει στο κοινωνιολογικό μικροσκόπιο τις πολιτικές σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε μικρές ομάδες που δεν καθορίζονται με βάση το πολιτικό τους πρόγραμμα αλλά τις ίδιες τις αναπτυσσόμενες σχέσεις, αυτό που ο ίδιος ονομάζει παρέα, και σχεδιάζει μια αφήγηση υπέρβασης αυτής της απαραίτητης ίσως αλλά σίγουρα όχι επαρκούς δομής συλλογικοποίησης προς την τάση της περαιτέρω οργάνωσης με βάση ένα πολιτικό σχέδιο που εδράζεται στις κοινωνικές ανάγκες.

Η ύλη του δεύτερου τεύχους κλείνει με κάποιες μόνιμες στήλες, για την μετάφραση επιλέχθηκε το παλαιότερο συστηματικό πρόγραμμα του γερμανικού ιδεαλισμού, ένα κείμενο των Χέγκελ, Σέλλινγκ και Χεντερλινγκ, γραμμένο στα 1797 στο οποίο παρουσιάζουν μια όψη του φιλοσοφικού τους στοχασμού πάνω στο ζήτημα της ηθικής, τη μετάφραση έκαναν η Βασιλική Σουλιώτη και ο Σωτήρης Λυκουργιώτης. 

Στη βιβλιοπαρουσίαση βρίσκουμε το έργο Ουτοπία και επανάσταση του Μπλοχ όπως μας το παρουσιάζει η Έλενα Νακοπούλου ενώ στο αρχείο από τις σελίδες του αντιεξουσιαστικού κινήματος της μεταπολίτευσης αναπαράγουμε το άρθρο του Άρη Καρύτσα για την επινόηση του ελληνικού έθνους από το 13ο τεύχος της Ελευθεριακής Κίνησης του Δεκέμβρη του 1998. Ένα έξοχο αντιεθνικιστικό κείμενο το οποίο ενώ διεκδικεί δάφνες επιστημονικής ιστοριογραφικής μελέτης δεν απολύει την πολιτική του οξυδέρκεια, συνεισφέροντας πολύ χρήσιμα συμπεράσματα πάνω στη κατασκευή του έθνους και την ελληνική περίπτωση εθνικής αφήγησης. 

Οι τελευταίες σελίδες του περιοδικού παρουσιάζουν τα σκίτσα του Τζόρτζ Γκρός τα οποία φιλοτεχνούν αυτό το δεύτερο τεύχος, με ένα σημείωμα που έκανε η Άννα Καραγεωργίου. Απ’ τη μεριά μας ελπίζουμε το αναγνωστικό κοινό να βρει ενδιαφέροντα τα κείμενα του τεύχους και να υποστηρίξει την έκδοση με την ίδια ένταση που ανταποκρίθηκε και στο πρώτο τεύχος, και τέλος η ύπαρξη αυτής της έκδοσης να αποτελεί άλλη μια ψηφίδα στο μωσαϊκό των απελευθερωτικών εγχειρημάτων που κοπιάζουν για την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης, μιας απελευθέρωσης που καλώς ή κακώς προϋποθέτει τη θεωρητική ανάλυση και ερμηνεία όχι σε βάρος της πράξης αλλά σε ένα συνεχές αρμονικό συμβάδισμα στο δρόμο που όπως μας εμπιστεύτηκαν οι Ζαπατίστας, φτιάχνεται περπατώντας προς την Ουτοπία.

Κείμενο παρουσίασης του 1ου τεύχους του Κοινωνικού Αναρχισμού


Του Άρη Τσιούμα

Οι σύγχρονες ελευθεριακές και αντιεξουσιαστικές εκδόσεις στην Ελλάδα έχουν διαγράψει ήδη έναν κύκλο μιας σαραντάχρονης σταθερής παρουσίας. Άλλοτε βραχύβιες και μερικές, άλλοτε σταθερές και πιο ολοκληρωμένες, το ψηφιδωτό των εντύπων της ελευθεριακής αντίστασης, κατόρθωσε να συγκροτήσει έναν ιδιαίτερο, ανταγωνιστικό, πολιτικό και πολιτιστικό τόπο, ενάντια στο σύνολο των καθεστωτικών μέσων προπαγάνδας, έντυπων και μη. 

Πολλά έχουν αλλάξει από εκείνες τις πρώτες εκδόσεις της «Διεθνούς Βιβλιοθήκης» του Χρ. Κωνσταντινίδη, και του «Ρήγματος» του αδικοχαμένου Στέλιου Βασιλειάδη, τόσο σε όσα αφορούν την κοινωνία, όσο και στους τρόπους λειτουργίας των αυτοματισμών της εξουσίας και των αντιστάσεων των από-τα-κάτω. Παράλληλα όμως έχει διατηρηθεί η όρεξη για παραγωγή αναρχικών – ελευθεριακών εντύπων με στόχο την όλο και μεγαλύτερη απεύθυνση των απελευθερωτικών ιδεών μέσα στην κοινωνία των καταπιεσμένων. 

Το νήμα των εκδοτικών εγχειρημάτων του αντιεξουσιαστικού χώρου είναι εν γένει κοινό, όπως είθισται να συμβαίνει στα πλαίσια πεπερασμένων κοινοτήτων. Η αλληλουχία και η σχέση ανοιχτού διαλόγου μας φέρνει σε επαφή με παλιότερες εκδοτικές προσπάθειες. Πέρα από μια λογική πολυτασικότητα, η οποία χαρακτήρισε τον ίδιο τον αντιεξουσιαστικό χώρο και τα αφορμολιστικά δίκτυά του, εμείς ως «Συνεργατικές Εκδόσεις Κουρσάλ», αναγνωρίζουμε τον κοινό μας τόπο μέσα απ’ την οπτική με την οποία προσεγγίζουμε το κοινωνικό ζήτημα με τις ελευθεριακές εκδόσεις, όπως των «Ξένων», του «Πανοπτικόν», της «Ευτοπίας», της ομάδας της αναρχικής εφημερίδας «Άλφα» παλιότερα και όσων ακόμη συντρόφων έχουν αναλάβει το δύσκολο έργο εδώ και αρκετά χρόνια της επανασύστασης και πρόταξης του ελευθεριακού λόγου στην κοινωνία και το κοινωνικό κίνημα. 

Από την πρώτη στιγμή που συγκροτήθηκε το «Κουρσάλ» μας γεννήθηκε η ανάγκη να εκδοθεί μια ελευθεριακή πολιτική επιθεώρηση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη η οποία οδήγησε στη διαμόρφωση της περιοδικής έκδοσης που παρουσιάζουμε σήμερα, του «Κοινωνικού Αναρχισμού». 

Βασικό στοιχείο για την διαμόρφωση της επιθεώρησης του κοινωνικού αναρχισμού είναι η προσπάθεια οι θεωρητικές αναλύσεις να είναι σύμφυτες με το σύγχρονο αναρχικό κοινωνικό κίνημα. Βασικό μοτίβο που διαπερνά τη συλλογική σκέψη της επιθεώρησης είναι να αναβαθμίσει τις θεωρητικές επεξεργασίες του αναρχικού κινήματος, όχι σε ένα επίπεδο έξω και πέρα από αυτό και τις πιθανές αντιφάσεις και αδυναμίες του, αλλά εντός αυτού σε μια οργανική σχέση που περιέχει σε ένα ενιαίο σύνολο τόσο την θεωρία όσο και την πράξη. 

Ένα δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με την κοινή συναντίληψη, όχι όμως ως προκατασκευασμένη μανιέρα κομματικού οργάνου, αλλά ως δυναμική συνδιαμόρφωση κοινών εκκινήσεων σε οριοθετημένα πολιτικά και άλλα πεδία. 

Με αυτή τη βάση η επιθεώρηση δεν συγκροτείται απλά από μια ομάδα αλλά επιχειρεί να συγκροτήσει έναν κοινό πολιτικό τόπο, ακόμη δε περισσότερο να ανακαλύψει τα κριτήρια με τα οποία θα επιλεγούν τα υλικά και τα εργαλεία για την επεξεργασία των κοινωνικών θεσμίσεων σε όλα τα επίπεδα. Από αυτή την προϋπόθεση επιλέχθηκε και το όνομα της επιθεώρησης.

Ο κοινωνικός αναρχισμός μπορεί πιστεύουμε να συνοψίσει την ιστορικότητα των απελευθερωτικών κοινωνικών κινημάτων χωρίς να μετακομίζει απλά σε ενεστώτα χρόνο κλειστά συστήματα και λάβαρα, καθώς η σχέση του με το παρόν δεν είναι απλά αυθύπαρκτη αλλά δυναμική. Με αυτή την έννοια παρακολουθεί, παρεμβαίνει, και επανεκτιμά. Όπως η επανάσταση δεν πρέπει να μένει στάσιμη έτσι και οι ιδέες μας πρέπει να αναδιαμορφώνονται -χωρίς να παραμορφώνονται- με κριτήριο τη συνθήκη και τις κοινωνικές ανάγκες. 

Μια γενική στόχευση της επιθεώρησης είναι η ανάδειξη της ελευθεριακής σκέψης σε μια σειρά ζητημάτων, καθώς επίσης και η παραγωγή αντίληψης, και ελευθεριακής πολιτικής πρότασης. Η κάλυψη όλων των βασικών τομέων της κοινωνικής και επιστημονικής ζωής μας απασχολεί στον διαρκή αγώνα για την ολοκλήρωση του φιλοσοφικού πλαισίου σκέψης του κοινωνικού αναρχισμού. Με βάση τα παραπάνω διαμορφώνεται και η ύλη και η θεματολογία του περιοδικού. Απ’ την πολιτική και την πολιτική θεωρεία, μέχρι τη φιλοσοφία, την ιστορία και την κοινωνιολογία, έως και την επόπτευση των θετικών επιστημών.

Ιδιαίτερη θέση στην θεματολογία της επιθεώρησης έχουν τα ζητήματα της οργάνωσης του αναρχικού κινήματος και του ιστορικού αρχείου. Στοιχείο εγχαραγμένο στο πολιτικό γονιδίωμα της έκδοσης είναι η ανάδειξη της ανάγκης για την συγκρότηση ενιαίας αναρχικής πολιτικής οργάνωσης. Κομμάτι της σχέσης ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, το ζήτημα της οργάνωσης καταλαμβάνει ένα μέρος της θεωρητικής επεξεργασίας μας, ενώ η οργανική συμμετοχή στη διαδικασία της συγκρότησης Πανελλαδικής Οργάνωσης Αναρχικών γειώνει τους προβληματισμούς στο εύφορο έδαφος της πραγματικότητας. 

Σ’ αυτό το σημείο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω σύντομα το πρώτο τεύχος της επιθεώρησης, και θα κλείσω την εισήγηση της παρουσίασης. 

Το κάθε τεύχος έχει μια θεματική η οποία καλύπτεται από ένα εισηγητικό κείμενο κάποιου μέλους της συντακτικής ομάδας, το οποίο αποστέλλεται σε κάποιους αρθρογράφους ώστε να το σχολιάσουν και να καταθέσουν την οπτική τους γύρω από το θέμα.. Η υπόλοιπη ύλη καλύπτεται από πρωτότυπες μεταφράσεις, ιστορικές αναλύσεις, άρθρα για το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης, και της πολιτικής θεωρίας, ενώ τέλος υπάρχει πάντα το ιστορικό αρχείο όπως ανέφερα παραπάνω, με το οποίο θα προσπαθήσουμε να επανεκδώσουμε ένα κομμάτι των πολιτικών αναλύσεων του αναρχικού χώρου στη μεταπολίτευση, θέμα το οποίο για εμάς είναι πολύ σημαντικό εφ’ όσων αναγνωρίζουμε μια ιστορική συνέχεια στο αντιεξουσιαστικό ρεύμα. 

Σε αυτό το πρώτο τεύχος, η θεματική πολιτικής «αυτοπαρουσίασης» είναι ο κοινωνικός αναρχισμός, καθώς μια πρώτη επαφή με το πλαίσιο που καταθέτουμε θεωρήσαμε σκόπιμο να γίνει μέσω του εντύπου που προωθεί την εν λόγω διαδικασία. Το εισηγητικό κείμενο με τίτλο «Κοινωνικός Αναρχισμός, ένα ρεύμα του μέλλοντος», προσπάθησε αφού σκιαγράφησε την πολιτική συγκυρία εν μέσω της κρίσης, δίνοντας δηλαδή ένα σύντομο χαρτογράφημα του παρόντος να καταθέσει μερικές επίκαιρες ερωτήσεις για τη φύση του κοινωνικού αναρχισμού, όπως: 

«τι σημαίνει σήμερα για εμάς η ταξική πάλη ανάμεσα στη νομοτέλεια των de facto επαναστατικών υποκειμένων και τη φενάκη του σχετικισμού του μετα-χυλού˙ τι σημαίνει εξουσία ενώπιον της κτηνώδους βίας και του αποκλεισμού που βιώνουμε και την αντίληψη που δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη απόφασης, αρνούμενη ουσιαστικά την ίδια την επανάσταση; Τι είναι ο αντικαπιταλισμός για τη στείρα, αριστερή κριτική που δεν ακουμπά τον πυρήνα της εξουσίας και τι για τις «αντιαυταρχικές» πολιτικές που θίγουν τα πάντα εκτός από τον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής; Ποια είναι η σύγχρονη θέαση της σχέσης με τη φύση, όταν η τεχνολογία στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή προς όφελος της «προόδου» και ο παράδοξος νεο-βιταλισμός δεν αντιλαμβάνεται τις πραγματικές συνθήκες και τη μήτρα της ταξικής ανισότητας»; 

Πατώντας ταυτοχρόνως σε κάποιες επαναδιατυπωμένες κοινές παραδοχές, του ελευθεριακού τρόπου σκέψης: "ο κοινωνικός αναρχισμός δεν προσδιορίζεται εκ νέου για να βουτήξει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ώστε να αποκαθαρθεί από τα μαζικά εγκλήματα που διέπραξε. Επαναπροσδιορίζεται για να είναι υπεύθυνος μονάχα για τις πράξεις που αντιστοιχούν στο φιλοσοφικό του ειρμό, τον ελευθεριακό του προσανατολισμό και το ανθρώπινο της φύσης του, καθώς αποστρέφεται τα κλειστά σχήματα, τους ολοκληρωτικούς αφορισμούς και τις συναινετικές αγιοποιήσεις". 

Στο δεύτερο από τα τρία συνολικά άρθρα που καταπιάνονται με το ζήτημα της ερμηνείας όψεων του σχήματος του κοινωνικού αναρχισμού, ο Νίκος Νικολαΐδης, τελειώνει πολύ εύσχημα με τους τρελούς καιρούς, ανταποκρινόμενος με τον καλύτερο τρόπο στο κάλεσμα για κοινή ιχνηλασία πάνω στον τόπο του κοινωνικού αναρχισμού, αναδεικνύοντας έναν πλούτο αντιλήψεων και συμπερασμάτων σε μια ολοκληρωμένη πολυεπίπεδη παρουσίαση θεματικών μοτίβων, πολιτικών επιρροών, ιστορικών αναφορών και φιλοσοφικών επικλήσεων με μια γραφή -και αυτό οφείλουμε να το τονίσουμε- που ενώ καλύπτει με την ευθυκρισία της και τον πιο απαιτητικό κριτή, παράλληλα με την μεστή απλότητά της κερδίζει το ενδιαφέρον και του πιο «ανειδίκευτου» αναγνώστη, έτσι ώστε διευρύνει de facto την γκάμα των ανθρώπων που μπορούν να προσεγγίσουν την αντίληψη του κοινωνικού αναρχισμού. Η χρήσιμη τοποθέτηση που επιχειρεί πάνω στον κοινωνικό αναρχισμό και το ελευθεριακό κίνημα εν γένει βρίσκει το διαλεκτικό της αντίθετο στη μάχη με το γιακωβινισμό, την ιεραρχία, τον επιστημονισμό, την αστική «πρόοδο» και «ανάπτυξη», το life-style, δείχνοντας έναν τρόπο οι παραγωγικές αντιθέσεις να βρίσκουν το δρόμο για τη σύνθεση ενός οράματος της απελευθέρωσης, ή με λόγια του ίδιου: 

«Ο ζωντανός ιστός που το ελευθεριακό κίνημα δημιουργεί μέσα στην κοινωνία της αλλοτρίωσης δεν εξαντλείται σε κάποιο πρόγραμμα, μεθοδολογία, πολιτική οργάνωση, ατομικό ή συλλογικό βολονταρισμό, παρ' όλο που τα έχει ανάγκη όλ’ αυτά - και πολλά περισσότερα ακόμη. Το ελεύθερο πνεύμα, η αγάπη για τον άνθρωπο, η αντιεξουσιαστική ηθική, η ικανότητα για προσωπική δέσμευση, καθώς και η αποφασιστικότητα και η τόλμη που γεννιούνται από το δίκιο και τη συλλογική δύναμη είναι που δίνουν περιεχόμενο στις πράξεις». 

Η συνεισφορά του antisystemic, ενός από τα πιο θεωρητικά καταρτισμένα blog που έχουν αναφορά στον κοινωνικό αναρχισμό, είναι η συζήτηση ανάμεσα στον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τον ελευθεριακό κομμουνισμό. Χρησιμοποιώντας τις πιο ολοκληρωμένες κρίσεις του ιστορικού αναρχικού κινήματος, ο συγγραφέας, επικαιροποιεί την δυνατότητα πραγματοποίησης του αναρχικού οράματος με συγκεκριμένους όρους και τρόπους, σε μια διαλεκτική πάλη με όσα στοιχεία του κινήματος μειώνουν την πιθανότητα εφαρμογής ενός πολιτικού και οικονομικού συστήματος ισότητας. Εκκινώντας από απλά ερωτήματα, τα οποία συνήθως διατυπώνονται από κόσμο ο οποίος έρχεται σε πρώτη επαφή με τον αναρχικό τρόπο σκέψης, οι απαντήσεις που δίνονται φτάνουν σε ένα νέο βάθος τις συζητήσεις γύρω από τελικά περίπλοκα ζητήματα όπως ο καταμερισμός της εργασίας σε μια απελευθερωμένη κοινωνία. 

Το άρθρο που καλύπτει την ύλη γύρω από την ιστορία γι’ αυτό το τεύχος, έχει επιμεληθεί ο καθηγητής του τμήματος Ιστορίας του Α.Π.Θ. ο Λουκής Χασιώτης, ο οποίος μας παραδίδει ένα εκτενές απόσπασμα ως προδημοσίευση της εισαγωγής του βιβλίου «Η κολλεκτιβοποίηση στην Ισπανία, 1936-1939. Μαρτυρίες και κριτικές προσεγγίσεις» που εκδόθηκε μόλις από τις εκδόσεις των Ξένων. 

Έχοντας κάνει μια διευρυμένη έρευνα στην ελληνική αλλά κυρίως στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία ο συγγραφέας μας δίνει ήδη μια ιδέα για την χρησιμότητα τόσο του βιβλίου όσο και των κρίσεων που μπορούν να παραχθούν εξ’ αιτίας του, γύρω από το θέμα της αυτοδιαχείρισης και της κολλεκτιβοποίησης, θέμα το οποίο εν καιρώ κρίσης έχει αρχίσει το τελευταίο διάστημα να συζητιέται έντονα. Η εμβάθυνση της ανάλυσης μέσω της έρευνας στο συγκεκριμένο ζήτημα μας βοηθά να αποτινάξουμε τον ιδεολογικό παρωπιδισμό, και να επαναπροσεγγίσουμε με ειλικρίνεια το ζήτημα της κολλεκτιβοποίησης στη Ισπανία, χωρίς να αποστοιχιζόμαστε από τη φιλοσοφία της ισότητας που και το ίδιο το παράδειγμα της επαναστατημένης Ισπανίας προσέφερε. Η εξέλιξη της κολλεκτιβοποίησης, τα προβλήματα που αντιμετώπισε αλλά και που σε άλλες περιπτώσεις δημιούργησε, τα διαφορετικά μοντέλα οικονομικής οργάνωσης σε ένα πεδίο που δεν μπορούσε να θεωρηθεί ενιαίο, η παραγωγικότητα των δομών σε καιρό πολέμου, και οι όποιες κοινωνικές αντιστάσεις μας βοηθούν να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το φαινόμενο. Τέλος ο ρόλος του συνδικαλισμού στη γέννηση της γραφειοκρατίας καθώς και οι έως πρόσφατα παραμελημένες αναλύσεις γύρω από τις έμφυλες σχέσεις εντός κολλεκτιβοποίησης, μας διδάσκουν ποια λάθη πρέπει να αποφύγουμε την επόμενη φορά που η κοινωνική αντίσταση θα καταφέρει να αναλάβει την επαναφορά της ζωής σε βάσεις ισότητας σε μια τόσο διευρυμένη κλίμακα, που να την καθιστά μια οικουμενική αξία.

Δυο πρωτότυπες μεταφράσεις από τη Νεφέλη - Μυρτώ Πανδίρη μια του Huey P. Newton και μια του Murray Bookchin καλύπτουν μια πρώτη «συζήτηση» γύρω από το θέμα της οργάνωσης, σ’ αυτό το τεύχος. Ο Newton στο άρθρο του «Για την υπεράσπιση της αυτοάμυνας» κατηγορεί τους αναρχικούς ότι δεν πιστεύουν στην οργάνωση παρά μόνο στην ατομική βούληση, για να εισπράξει την απάντηση του Μπούκτσιν ότι πέρα των ατομιστών αναρχικών, όλοι οι αναρχικοί συμφωνούν στο ζήτημα της οργάνωσης, και το θέμα τίθεται πάνω στο ζήτημα του τι είδους οργάνωση επιθυμούμε παρά στο εάν όντως επιθυμούμε την οργάνωση ή όχι. Τα δύο αυτά άρθρα που συγκροτούν αυτό τον διάλογο, επιλέξαμε να παρουσιαστούν σε αυτό το τεύχος με αφορμή και τη διαδικασία που έχει ξεκινήσει για την οργάνωση του αναρχικού κινήματος στην Ελλάδα. 

Ο Φώτης Τερζάκης, αναλαμβάνει σε αυτό το τεύχος να καλύψει τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς σε ένα επίκαιρο άρθρο του, με τον τίτλο «Φιλοσοφικός στοχασμός σε συνθήκες κρίσης». Χρησιμοποιώντας την αψεγάδιαστη γραφή που τον χαρακτηρίζει ο Τερζάκης, μέσα από την πολεμική του στον Γερμανό φιλόσοφο E. Husserl, καταδεικνύει το ρόλο του φιλοσοφικού στοχασμού σε καιρούς κρίσης. Επεξηγεί μέσα από την πολεμική του πως δεν πρέπει να γίνεται η φιλοσοφία, εάν δεν θέλει να εκπέφτει σε μια αποκομμένη από κάθε είδους πραγματικότητα εγκεφαλική άσκηση, η οποία όχι μόνον αδυνατεί να αναλύσει τον κόσμο που την περιβάλλει -πόσο μάλλον να τον αλλάξει- αλλά ακόμη περισσότερο μπορεί να καταλήξει μέσα στην εγκεφαλικότητά της να φαντάζεται ενοποιήσεις και να κατασκευάζει εύτακτα σχήματα ενώ η ζωή είναι αλλού. Στην δε περίπτωση του Husserl η ζωή ήδη απειλείται καταστατικά από το ναζιστικό κίνδυνο, ενόσω ο γερμανοεβραίος φιλόσοφος επιδίδεται σε κρίσιμες τομές στο σώμα της «δυτικής ενότητας» για να δικαιώσει ένα -μάλλον πρώιμα νεοφιλελεύθερο- σχήμα το οποίο όμως έχει στην πραγματικότητα αναλάβει να διεκπεραιώσει ο Χίτλερ. Η αποδόμηση που επιχειρεί με συναρπαστική επιτυχία ο Τερζάκης στο σώμα της ιδεολογίας ως ψευδoύς συνείδησης, όντως βοηθά να αναφανούν οι αποκρυμμένες σχέσεις ανισότητας και κυριαρχίας, τις οποίες η αποφασισμένη μας δράση ελπίζει να άρει, άπαξ δια παντός.

Η προσέγγιση της έννοιας της φύσης στον Μάρξ, είναι το άρθρο της Έλενας Νακοπούλου, με το οποίο η συγγραφέας επιχειρεί μια ουσιώδη κατάθεση γύρω από ένα θέμα που έχει μια διττή σημασία. 

Από τη μια πλευρά η σχέση κυριαρχίας πολιτισμού - φύσης στη σκέψη του Μάρξ αποτελεί άλλο ένα από τα πεδία ρήξης που μοιράζονται αναρχικοί και μαρξιστές, είναι άλλο ένα αγκάθι στη σχέση του Μάρξ και του έργου του σε σχέση με το σύγχρονο ανταγωνιστικό κίνημα. Ταυτόχρονα όμως, το κείμενο αποτελεί μια βαθύτερη ανάλυση, ενός θέματος εξαιρετικά επίκαιρου. Παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια οι αγώνες γύρω από τη φύση και την προστασία της να παίρνουν όλο και μεγαλύτερο, όλο και πιο κεντρικό χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα μοιάζουν να αποποιούνται παλιότερων οικολογικών ενδύσεων, βάζοντας πιο ολικά χαρακτηριστικά στον αγώνα. Η Νακοπούλου στο άρθρο της περισσότερο θα προσπαθήσει να οριοθετήσει διάφορες παραφωνίες που έχουν παραχθεί εν μέσω άστοχων αναγνώσεων και διιστορικών αφηγήσεων. Θα επιχειρήσει να τοποθετήσει και να αναλύσει τον Μάρξ σε ένα ορισμένο πλαίσιο αντιδρώντας στην «μαρξιστική» τάση για διαχρονικά συμπεράσματα. Στην ουσία έτσι προστατεύει και κάποιες όψεις δύσκολα διαχειρίσιμες [αντίστοιχες της θέσης για τις αποικιοκρατίες] χωρίς να υποβαθμίζει το έργο του Μάρξ. 

Στο άρθρο του ο Σωτήρης Λυκουργιώτης, με τίτλο « Η διαφύλαξη του αρνητικού ως στρατηγική αντεπίθεσης» θα επαναδιατυπώσει όλο τον φιλοσοφικό ειρμό του αριστερού εγελιανισμού, με πρόδηλες τις επιρροές του Μπακούνιν με όχημα όμως αυτή τη φορά την Τέχνη. Το πώς η άρνηση παραμένει μια κατάφαση, ένα βήμα από το οποίο θα τροφοδοτηθεί μια διαλεκτική της απελευθέρωσης, αποτελεί βασικό στίγμα του αναρχισμού. Η δε περιόδευση ενός τέτοιου θέματος μέσα από τις αίθουσες των Τεχνών αναδεικνύει με ένα πρωτότυπο τρόπο το ζήτημα. Η οριοθέτηση της αισθητικής του ολοκληρωτισμού, ταυτόχρονα με την άνοδο της μαζικής κουλτούρας, έρχονται να εμπλακούν με το πολιτικό τους αντίστοιχο το παρεμβατικό κράτος της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία προσφάτως έχει αναλυθεί ως αλληλένδετη με τον κρατικό ολοκληρωτισμό. Η χρονική μεταφορά στο μεταπολεμικό κόσμο με την ανάδυση του μεταμοντέρνου ως εκδοχή αφήγησης ενός ουσιαστικά πράγματος, μιας διαρκούς θυσίας στο βωμό του μη – νοήματος, επαναφέρει τη χρησιμότητα της άρνησης ως θέση ενάντια στο υπάρχον. Καταλήγοντας:

"H συνολική άρνηση κάθε συνδιαλλαγής, η απόρριψη κάθε στρατηγικής παλινόρθωσης, η άρνηση συμμετοχής και καθορισμού από το θέαμα, η πίστη στην άμεση συλλογικότητα των ελεύθερων πολιορκημένων, η αντίθεση σε κάθε κλειστό σύστημα –χωρίς την απόρριψη του νοήματος της αλήθειας ως σχετικιστικής πλάνης- είναι ουσιαστικά το περιεχόμενο της αρνητικής στάσης. Και αυτή είναι μια θετική άρνηση, όχι το αντιπολιτευόμενο «όχι σε όλα» που αρνείται για να διασώσει τον κόσμο". 

Με μια βιβλιοπαρουσίαση και ένα κομμάτι του ιστορικού αρχείου κλείνει το πρώτο τεύχος του «Κοινωνικού Αναρχισμού».

Η παρουσίαση αφορά στο βιβλίο «Ταξίδι στο Παρελθόν» του Abel Paz ένα βιβλίο που μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ν. Νικολαΐδη, και εκδόθηκε πρώτη φορά από την εφημερίδα Άλφα το 1996. Μετά την εξάντληση της πρώτης έκδοσης, αποτέλεσε την πρώτη έκδοση των συνεργατικών εκδόσεων Κουρσάλ, το Νοέμβριο του 2012. Την βιβλιοπαρουσίαση για τον Κοινωνικό Αναρχισμό θα αναλάβει ο Κώστας Δεσποινιάδης, ένας άνθρωπος που έχει προσφέρει τα πλείστα στην υπόθεση του αναρχικού και ελευθεριακού βιβλίου και στοχασμού, με το πάθος ενός ζηλωτή. Στο ολιγοσέλιδο λογοτεχνικό κατ’ ουσίαν δημιούργημα του καταφέρνει όχι απλά να παρουσιάσει σωστά την ψυχή του βιβλίου αλλά να το τιμήσει πραγματικά. Ένα κείμενο που αξίζει να διαβαστεί και πέρα από την αφορμή που έκανε τον συντάκτη του να αναλάβει τον κόπο. 

Η επιθεώρηση κλείνει με τη θεωρητική συνεισφορά ενός σύγχρονου αναρχικού διανοητή, του N. Berti, ο οποίος αναλαμβάνει να εμβαθύνει στους πραγματικούς λόγους της σύγκρουσης αναρχισμού και μαρξισμού, σε ένα εκτενές άρθρο που επεξηγεί ταυτόχρονα με πολιτικούς όρους τους λόγους της διάσπασης της Α’ Διεθνούς. Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από την επιθεώρηση «Τεκμήρια» του 1983. 

Κλείνοντας την παρουσίαση του Κοινωνικού Αναρχισμού, θα δανειστώ τα λόγια ενός μεγάλου επαναστάτη, που επανέφερε στο άρθρο του, για τον Abel Paz o Κώστας, ο ίδιος άνθρωπος λοιπόν που κατηγορήθηκε για δολοφονίες, και ληστείες σχεδόν σε όλο το δυτικό ημισφαίριο, ο ίδιος άνθρωπος δήλωνε ότι πρέπει να υπάρχει ένας αναρχικός εκδοτικός οίκος σε κάθε πόλη ίσως και ένα ελευθεριακό φεστιβάλ βιβλίου θα προσθέταμε εμείς. Είναι με αυτή την αντίληψη της ζωής, του αγώνα, της σύνδεσης της μάθησης με την δράση για την ελευθερία, που μπορούμε να επαναλαμβάνουμε, με την ίδια ειλικρίνεια “llevamos un mundo nuevo en nuestros corazones”. 

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Διαβάζοντας (Απρίλης-Μάης 2014)


- Δ. Κουφοντίνας, "Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη" (εκδ. Λιβάνη)

- Ε. Εσσε, "Ο λύκος της Στέπας", (εκδ. γράμματα)

- Β. Ουγκό, "Οι άθλιοι" (εκδ. Λιβάνη)

- Μ. Καραγάτση, "Σέργιος και Βάκχος" (εκδ. Εστία)

- Τ. Ν. Καρ, "Ο ασώματος άνθρωπος" (εκδ. Τόπος)

- Β. Μπένγιαμιν, "Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας" (εκδ. Λέσχη των κατασκόπων)

- Φ. Ντοστογιεφσκυ, "Αδερφοί Καραμάζωφ" (εκδ. Γκοβόστης)

- Φ. Μίντζ, "Αναρχοσυνδικαλισμός και Αυτοδιαχείριση στην Ισπανία" (εκδ. Καινά Δαιμόνια)

- Φ. Τερζάκης, "O Αναρχισμός στον Κομμουνισμό, εμμένοντας στην επαναστατική ανάγκη" (εκδ. Πανοπτικόν)

- A. Paz, "Φραγκοσυκιές & Σκορπιοί, τα χρόνια πριν την Ισπανική Επανάσταση του 1936", (εκδ. Πανοπτικόν)

- Κ. Φλώρος, "Οι άνθρωποι που κύκλωσαν το Άλφα, Η ιστορία του ισπανικού ελευθεριακού κινήματος κατά τη διάρκεια της δικτατορίας" (1939-1977), (εκδ. 1704621)

- G. Chamayou, "Το ανθρωποκυνηγητό, Ιστορία & Φιλοσοφία της κυνηγετικής εξουσίας" (εκδ. Αλλότροπο)

- Τ. Γκρίν, Θάνατος στο Χέιμαρκετ, "Η έκρηξη του εργατικού κινήματος στο Σικάγο που κλόνισε τη "χρυσή εποχή" της Αμερικής" (εκδ. Κατανιώτη)

- Συλλογικό, "Αυτοδιαχείριση, μια ιδέα πάντα επίκαιρη", (εκδ. Των συναδέλφων)

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Τα χίλια πρόσωπα του Άϊχμαν στην Ελλάδα της κρίσης

Σκέψεις πάνω στην υπόθεση Καρέλι.

Ο "μέσος πολίτης" λέει για τον Καρέλι: "καλά του κάνανε" και τον σκότωσαν γιατί δολοφόνησε έναν άνθρωπο στα "καλά καθούμενα". Μάλιστα, αντιλαμβανόμαστε αυτή την πρόταση πάνω σε δυο άξονες, το φόβο και την εκδίκηση. Ο "μέσος πολίτης" φοβάται τον όποιο Καρέλι γιατί είναι "κακούργος", "ληστής", "φονιάς" κλπ. Ο Καρέλι, δεν γεννήθηκε προφανώς τέρας, όπως κανένας άνθρωπος δε γεννιέται "κακός, απ' τη φύση του". Οι "κοινωνικές του συντεταγμένες" τον οδήγησαν στην παρανομία κι από εκεί στη φυλακή, στην τιμωρία. Ο "μέσος πολίτης" δεν φοβάται τον όποιο Τσιρώνη. Αφενός, είναι Έλληνας, αφετέρου είναι δημόσιος υπάλληλος, οι κοινωνικές του συντεταγμένες τον οδήγησαν στη σωστή πλευρά στο κάγκελο της φυλακής. Ο Καρέλι, που παρόλα αυτά δεν είχε σκοτώσει μέχρι τότε, διαλύθηκε:... "Δεν χορτάσατε τόσα χρόνια απ΄τη ζωή μου; Από το 1997 είμαι μέσα. Ακόμη συνεχίζετε και με κρατάτε. Γιατί δε με αφήσατε να βρω ζωντανή τη μάνα μου και να φτιάξω κι εγώ μια οικογένεια; Τώρα αναγκαστικά πρέπει να πάρω μια ζωή από εσάς..." Ο Καρέλι, σίγουρα δεν ήταν άγιος, ούτε νομίζω θα διεκδικούσε τον τίτλο για τον εαυτό του, η απόγνωση του εγκλείστου όμως είναι μια μερική κι όμως περίπλοκη εξήγηση για το φονικό. Πολύ πιο "εδραία" από διάφορες άλλες σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπως του πρόσφατου φονικού στην Κρήτη με τις "μαγκούρες". Ο Καρέλι και οι κρατούμενοι μιλάνε για βασανιστές. Ο γνωστός "μέσος πολίτης" λέει ότι δεν υπάρχουν βασανιστές στις φυλακές, η αστυνομία το επιβεβαιώνει, ο υπουργός είναι κάθετος...Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι και ο δολοφονημένος ανθρωποφύλακας ανήκε στην κατηγορία των "σκληρών δημοσίων υπαλλήλων", σαν αυτούς στο Φαρμακονήσι. Όλοι το αρνήθηκαν, η αστυνομία, ο υπουργός, το δελτίο ειδήσεων μίλησε για φήμες. Στις ελληνικές φυλακές δεν υπάρχουν βασανιστές. Προφανώς οι τιμητές του αλβανού φονιά σκαρφίστηκαν ένα ευφάνταστο σενάριο για να τον δικαιολογήσουν. Ο "μέσος πολίτης", λοιπόν δίκαια δεν φοβάται την πιθανότητα ο κρατικός υπάλληλος, -αυτός που έχει την εξουσία και μπορεί ανά πάσα στιγμή να του επιβληθεί καθοριστικά χωρίς ποτέ να μπορεί να βρει το δίκιο του-, να είναι βασανιστής. Φοβάται τον φτωχοδιάβολο που μπορεί να πηδήξει το περβάζι του, δεν τον εξαγριώνει η βία της εξουσίας: είναι δίκαιη, στρέφεται εναντίον των άλλων. Το πόρισμα ήταν τελικό, μια επανάληψη δεδομένων απο δεδικασμένες αθωώτητες: δεν υπάρχουν βασανιστές, στο Φαρμακονήσι τη βάρκα την πήρε ο αέρας, το όπλο του Μελίστα εκπυρσοκρότησε, ο Δένδιας (δεν) μηνύει τις αγγλικές εφημερίδες που μιλάνε για βασανισμό αντιφασιστών, οι ληστές του Βελβεντού ΔΕΝ βασανίστηκαν κι όταν το σενάριο κάθεται πολύ στραβά, ή η εξέγερση αλλάζει τους συσχετισμούς: "ο Κορκονέας ήταν τρελός", τελοσπάντων ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΕΣ. Οι κάμερες ασφαλείας -που τοποθέτησε η ελληνική δημοκρατία για να καταγράφουν τις κινήσεις των κρατουμένων-, μια μέρα μετά στη Νιγρίτα, έδειξαν αυτό που δεν υπάρχει, στο μυαλό του "μέσου πολίτη": τους δημόσιους υπαλλήλους, τους κρατικούς λειτουργούς, τους αστυνομικούς τους επιφορτισμένους με την φύλαξη των περβαζιών του, σε παντελώς ψύχραιμη ψυχική κατάσταση, χωρίς καμιά δικαιολογία "εγκλεισμού" όσο "μερική" κι αν είναι αυτή, χωρίς εκείνα τα βιώματα των "κοινωνικών συντεταγμένων" που σε κάνουν φονιά, χωρίς -έστω- την "λάθος" εθνικότητα, να ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝ μέχρι θανάτου έναν σιδηροδέσμιο άνθρωπο. Έδειξαν λοιπόν, ολοζώντανους τους βασανιστές για τους οποίους μας μιλούσε ο Καρέλι και οι υπόλοιποι κρατούμενοιν, να χορεύουν πάνω στο κουφάρι του θηράματος. Οι γνωστοί μας πια, [βλ. http://anthostoukakou.blogspot.gr/2014/01/blog-post_26.html] ο Γιώργος, ο Γιάννης, ο Πέτρος είναι τώρα δεσμοφύλακες και είναι -και πάλι- στυγνοί δολοφόνοι και εγκληματίες, ταυτόχρονα παραμένουν και απλοί δημόσιοι υπάλληλοι. Το βράδυ της Δευτέρας γύρισαν στο σπίτι εξουθενωμένοι να παίξουν με τα παιδιά τους, να φάνε ένα πιάτο ζεστό φαί, πιθανότατα είχαν πάρει διαβεβαιώσεις από το διευθυντή τους, πράξαν το σωστό, πήραν "εκδίκηση"...κι ο μέσος πολίτης ανασκευάζει κατά το ορθότερο, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΕΣ, υπάρχουν τιμωροί "καλά του κάνανε", υπογραμμίζοντας μια αλήθεια που όσοι δεν έχουν μολυνθεί από την πανούκλα του μισανθρωπισμού στα νότια Βαλκάνια είχαν διαπιστώσει προ καιρού: ο "μέσος πολίτης" που φοβάται τον φτωχό πιο πολύ απο την εξουσία, που λέει "καλά του κάνανε" μόνο όταν το κράτος βιάζει τις ψυχές απεγνωσμένων ανθρώπων, αυτός ο "μέσος πολίτης" είναι ο ίδιος ο φασισμός, είναι το κουφάρι που δίνει ζωή στους δολοφόνους, είτε αυτοί είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι του δημοκρατικού καθεστώτος, είτε οι συναυτουργοί των παρασκηνίων με τις φόρμες παραλλαγής.    

Δεν μας αξίζει να είμαστε ο μέσος πολίτης, επιθυμούμε να γίνουμε ο εξεγερμένος άνθρωπος...